Τι Ιταλία θα «βγάλει» η κάλπη; | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Η Μελόνι, ο ακροδεξιός κίνδυνος και «ο καλός μας Μουσολίνι» ⫸ Οι Ιταλοί πολίτες καλούνται να ψηφίσουν -αν και πάρα πολλοί από αυτούς δεν έχουν καταλάβει γιατί ήταν απαραίτητο αυτό να γίνει τώρα, πρόωρα- για την ανάδειξη νέου Κοινοβουλίου και, όπως φαίνεται, οι περισσότεροι θα στραφούν προς την επιλογή της ακροδεξιάς συμμαχίας ● Πολύ πίσω εμφανίζεται ο κεντροαριστερός συνασπισμός, δυναμώνουν τα Πέντε Αστέρια, υποχωρεί η Αριστερά.

Η Ιταλία καλείται αύριο να επιλέξει ποια οδό θέλει να ακολουθήσει στο άμεσο μέλλον και οι δύο κύριες εναλλακτικές δεν ήταν ποτέ τόσο διαφορετικές, σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετες. Από τη μία, η συμμαχία της Δεξιάς και Ακρας Δεξιάς και από την άλλη, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα με τους ριζοσπάστες, τους οικολόγους και την Ιταλική Αριστερά. Ολα τα γκάλοπ, επίσημα και μη, δίνουν σαφές προβάδισμα στη συντηρητική και υπερσυντηρητική συμμαχία. Με ποσοστά που κυμαίνονται από το 46% μέχρι το 48%, ενώ η προοδευτική παράταξη δεν ξεπερνά το 28%.

Η διαφορά είναι εντυπωσιακή – δεν είχε αποτυπωθεί ποτέ σε προεκλογική δημοσκόπηση των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Οσο για τα υπόλοιπα κόμματα, τις τελευταίες ημέρες στις νότιες περιφέρειες της χώρας καταγράφεται άνοδος των ποσοστών των Πέντε Αστέρων, που θα μπορούσαν ακόμη και να αγγίξουν το 17%. Η απήχηση αυτή οφείλεται στην πίεση που άσκησαν, με την πρώτη κυβέρνηση Κόντε, για να εγκριθεί το «κοινωνικό επίδομα» υπέρ των ανέργων.

Η Κάτω Ιταλία, με τη χρόνια έλλειψη θέσεων εργασίας και τα μεγάλα κοινωνικά της προβλήματα, δεν το έχει ξεχάσει. Η πιθανή θετική αυτή εκλογική επίδοση των «πεντάστερων» αποτελεί σχεδόν τη μόνη ελπίδα να μην καταφέρει η συντηρητική συμμαχία να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Οσο για τη νεοσύστατη κεντρώα εκλογική συνεργασία των Ματέο Ρέντσι και Κάρλο Καλέντα, δεν δείχνει να συγκινεί τους Ιταλούς, αφού είναι πολύ πιθανό να μην ξεπεράσει το 6% των ψήφων.

Μέσα σε όλα αυτά, βέβαια, υπάρχουν και κάποια επιπλέον στοιχεία που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας: σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η αποχή, αυτή τη φορά, μπορεί να σπάσει ρεκόρ, λόγω και του ότι πολλοί Ιταλοί δεν κατάλαβαν για ποιον λόγο έπρεπε, σε μια τόσο κρίσιμη φάση, να πέσει η κυβέρνηση Ντράγκι μέσα στο κατακαλόκαιρο και να γίνουν άρον άρον εκλογές τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα, μέχρι και χθες, το ποσοστό των αναποφάσιστων ξεπερνούσε το 20%, κάτι που δυσκόλεψε κάθε ανάλυση και εκτίμηση του μελλοντικού πολιτικού σκηνικού. Παρά ταύτα, το ότι η βαθιά Δεξιά είναι το μεγάλο «φαβορί» αποτελεί γεγονός το οποίο προκαλεί μια σειρά από σκέψεις και προβληματισμούς.

Ολα δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να τιμωρήσουν τα έξι κόμματα που πήραν μέρος στην κυβέρνηση «ευρύτατης συμμετοχής» του Μάριο Ντράγκι. Μπορεί να αντιμετωπίστηκε αρκετά αποτελεσματικά η πανδημία του κορονοϊού και να εξασφαλίστηκε η απρόσκοπτη ροή των κονδυλίων του Σχεδίου Ανάκαμψης, αλλά οι πολιτικές δυνάμεις που στήριξαν τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχασαν, σε μεγάλο βαθμό, το όποιο ιδεολογικό στίγμα τούς είχε απομείνει. Τουλάχιστον στην κρίση των ψηφοφόρων.

Εξαίρεση, κατά ένα ποσοστό, αποτελεί το Κίνημα Πέντε Αστέρια, που είναι και το κόμμα το οποίο προκάλεσε την κυβερνητική κρίση δηλώνοντας ότι δεν ικανοποιήθηκαν επαρκώς τα αιτήματά του. Το ίδιο ισχύει, αν και σε μικρότερη κλίμακα, για την Ιταλική Αριστερά του Νικόλα Φρατοϊάνι: αρνήθηκε να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στον Ιταλό τεχνοκράτη πρωθυπουργό και τάχθηκε ξεκάθαρα κατά της αποστολής όπλων στην Ουκρανία.

Μετά την αναμέτρηση αυτή είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν βαθιές εσωτερικές ανακατατάξεις, τόσο στην Κεντροαριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος όσο και στη Λέγκα και στη Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι.

Τι θα γίνει, όμως, με τη διακυβέρνηση της χώρας; Αν τα Αδέλφια της Ιταλίας αναδειχθούν όντως πρώτο κόμμα, θα διεκδικήσουν με τεράστια επιμονή την πρωθυπουργία. Η Τζόρτζια Μελόνι, δηλαδή, «κινδυνεύει» να είναι η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ιταλίας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα, κρίνει ότι μπορεί να συνθέσει μια σταθερή και βιώσιμη κυβέρνηση.

Ο κυβερνητικός της βίος θα εξαρτηθεί από το αν και πόσο θα θελήσει να ταπεινώσει πολιτικά τους συμμάχους της, τη Λέγκα και τη Φόρτσα Ιτάλια, οι οποίοι δείχνουν να βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Η ένταση μέσα στην κυβερνητική συμμαχία σίγουρα δεν βοηθά. Θα μετρήσει, βεβαίως, και το αν θα δεχθεί να βάλει νερό στο ακροδεξιό κρασί της. Θα περιορίσει τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλόφιλων; Θα αγκαλιάσει τον Ορμπαν στις ευρωπαϊκές συνόδους κορυφής; Θα ζητήσει τη ριζική αναθεώρηση του Σχεδίου Ανάκαμψης της χώρας της και θα δώσει βάρος σε στελέχη της με εμφανή νοσταλγία για τον φασισμό; Αν κάνει όλα αυτά τα τεράστια λάθη, η κυβέρνηση Μελόνι θα διαρκέσει λίγο, ίσως και ελάχιστα.

Οσο για την ευρύτερη κοινωνική στήριξη που εξασφάλισε η Ακρα Δεξιά χωρίς να έχει αποκηρύξει ευθέως τον φασισμό, πέρα από τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις, υπάρχει και μια εξήγηση με βαθύτερες ρίζες: είχαμε ξεχάσει, μάλλον, ότι μεγάλο μέρος των Ιταλών μπορεί να μην είναι φασίστες, αλλά συνεχίζουν να πιστεύουν ότι «ο Ντούτσε, όταν κυβέρνησε, έκανε και πολλά καλά». Μπορεί να σοκάρει, αλλά η κατάσταση είναι αυτή. Μια προσέγγιση η οποία, φυσικά, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για ακραίες, αν και μερικώς κεκαλυμμένες, πολιτικές συνταγές.

Πηγή άρθρου: www.efsyn.gr