Ρατσιστική βία κατά επιβατών στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς

«Για κοίτα, μιλάει στο τηλέφωνο και γελάει, μας πήρατε τις δουλειές και μας διαλύσατε τη χώρα», φώναζε επιβάτις σε λεωφορείο κοιτώντας μια γυναίκα από την Αφρική. «Ολοι μιλούν στο τηλέφωνο, αλλά επειδή είμαι μαύρη γι’ αυτό αντιδράτε έτσι», της απάντησε εκείνη με εντυπωσιακή ψυχραιμία.

«Κυρίως σπρωξίματα και ματιές, αλλά δεν μου λένε συχνά κάτι, νιώθεις όμως ότι ο άλλος δυσφορεί που σε βλέπει», εξομολογείται άλλη μετανάστρια. «Εδώ δεν είναι Πακιστάν, είναι Ελλάδα, θα μιλάτε ελληνικά», άκουσε μια παρέα τριών ανδρών που μιλούσε δυνατά στο λεωφορείο. Πρόκειται μόνο για μερικά από τα αναρίθμητα περιστατικά ρατσιστικής βίας που λαμβάνουν χώρα καθημερινά στις αστικές συγκοινωνίες, με την πλειονότητα των εργαζομένων σε αυτές να μην ξέρει πώς να αντιδράσει, καταλήγοντας στην απάθεια. Οι υπόλοιποι επιβάτες επεμβαίνουν ορισμένες φορές, ενώ στην πλειονότητα των περιπτώσεων μένουν απλοί παρατηρητές.

Η απουσία αντίδρασης και καταγραφής των περιστατικών οδηγεί σε άτυπη νομιμοποίηση του ρατσιστικού λόγου, αναπαραγωγή αρνητικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων, με αποτέλεσμα να παγιώνονται ο φόβος και η απειλή. Συχνότεροι δέκτες ρατσιστικών συμπεριφορών είναι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, ακολουθούν τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ενώ δεν ξεφεύγουν και Ελληνες πολίτες διαφορετικής εθνοτικής καταγωγής, όπως καταγράφεται στην έρευνα Revert (Resilience without Violence, Resistance without Hate in Public Transportation), που συγχρηματοδοτείται από το πρόγραμμα «Δικαιώματα, Ισότητα και Ιθαγένεια (2014-2020)» της Ε.Ε. και υλοποιείται από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε συνεργασία με τον ΟΑΣΑ, τον Συν-Ειρμό, τη CMT Προοπτική και την Almasar.

Η πλειονότητα των περιστατικών ρατσιστικής βίας δεν αναφέρεται, όπως διαπιστώνει η Γαρυφαλλιά Αναστασοπούλου, βοηθός συντονίστρια στο Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, κυρίως λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης, του φόβου δευτερογενούς θυματοποίησης, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το θύμα πλέον έχει συνηθίσει να εισπράττει ρατσιστική συμπεριφορά. Την ίδια στιγμή, η έλλειψη ενημέρωσης των θυμάτων για τα δικαιώματά τους αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, όπως επίσης η άγνοια των διαθέσιμων υποστηρικτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας. 

Οι ρατσιστικές επιθέσεις παραμένουν γεγονός είτε αυτές είναι σωματικές είτε λεκτικές, ωστόσο η αντίδραση των παρευρισκομένων εξακολουθεί να διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο ως προς τον περιορισμό τους. Με δεδομένο ότι η πλειονότητα των επιθέσεων λαμβάνει χώρα σε δημόσιους χώρους, η απάθεια των μαρτύρων των περιστατικών ενισχύει τη συμπεριφορά των θυτών, φοβίζοντας ακόμα περισσότερο τα θύματα. Η αποφυγή της εμπλοκής, η αποευαισθητοποίηση και η αξιολόγηση των περιστατικών με κριτήριο τη σωματική βία ήταν τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της έρευνας που αφορούσε τους εργαζομένους στις συγκοινωνίες. 

«Είμαι μόνος μου», «μην μπλέξω» και «δεν είναι ο ρόλος μου» ήταν οι πιο συνηθισμένες αντιδράσεις, σύμφωνα με τους 156 οδηγούς, σταθμάρχες και επόπτες των ΟΣΥ (Οδικές Συγκοινωνίες) που συμμετείχαν στην έρευνα. Διαπιστώθηκε μάλιστα ότι η ρατσιστική επίθεση γίνεται κατανοητή από τους οδηγούς μόνο ως σωματική βία, ενώ οι λεκτικές επιθέσεις θεωρούνται από τους ίδιους ασήμαντες. Στην πλειονότητά τους οι οδηγοί υποστηρίζουν ότι οι επιθέσεις οφείλονται στις κακές συνθήκες (π.χ. συνωστισμός στα λεωφορεία) και όχι στις πεποιθήσεις των θυτών. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι ελάχιστες δράσεις ενημέρωσης και εκπαίδευσης των εργαζομένων στις συγκοινωνίες έχουν λάβει χώρα, ενώ παραμένει εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι περισσότεροι οδηγοί υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο ρόλος τους να εμπλακούν σε περίπτωση που σημειωθεί κάποια επίθεση, εξηγεί ο προϊστάμενος του τμήματος Εμπορικής Εκμετάλλευσης και υπεύθυνος του έργου Revert από την πλευρά των ΟΣΥ, Γιώργος Σταμούλος. 

Πηγή άρθρου: www.kathimerini.gr