Πόλεμος στην Ουκρανία: Η «ρωσική αρκούδα», ο Βλαντίμιρ Πούτιν και η «φάκα» της αυτοπαγίδευσης

Ο στρατός του υφίσταται ήττες από την εν εξελίξει ουκρανική αντεπίθεση, στο εσωτερικό «μέτωπο» στη χώρα του πληθαίνουν οι «ρωγμές» και ισχυροί διεθνείς παίκτες στους οποίους μέχρι σήμερα βασίζεται -με προεξάρχουσες την Κίνα και την Ινδία– παίρνουν αποστάσεις.

Παρά τη κήρυξη μερικής επιστράτευσης στη Ρωσία συνοδεία νέων πυρυνικών απειλών κατά της Δύσης  και την προαναγγελία νέων προσαρτήσεων κατεχόμενων ουκρανικών εδαφών μέσω δημοψηφισμάτων,  ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δείχνει κατά πολλούς να βρίσκεται στην πιο αδύναμη θέση από τότε που διέταξε την εισβολή στην Ουκρανία, πριν από επτά μήνες.

Για την ακρίβεια, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή είναι η πιο καθοριστική στιγμή στα 20 χρόνια ηγεσίας του, στη διάρκεια της οποίας έχει επιδείξει «σιδηρά πυγμή» τόσο εντός, όσο και εκτός των -επεκτεινόμενων από το 2014- ρωσικών συνόρων.

Σημείο καμπής

Αφότου πήρε τα «ηνία» του Κρεμλίνου, ο Πούτιν ισοπέδωσε με δύο πολέμους την Τσετσενία και «τσάκισε» τους ισλαμιστές αυτονομιστές στον Βόρειο Καύκασο στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα.

Έγινε ρυθμιστής των εξελίξεων στα μέτωπα της Συρίας, της Λιβύης, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, μέχρι και χωρών της κεντρικής Αφρικής με «μοχλό» την παραστρατιωτική ομάδα Wagner.

Ωστόσο ο πόλεμος στην Ουκρανία -με τη στήριξη του Κιέβου από τη Δύση- αποδεικνύεται διαφορετικής τάξης σύγκρουση. Παρά τους ισχυρισμούς της Μόσχας, σαφώς και δεν εξελίσσεται βάσει του αρχικού σχεδιασμού.

Εξ ου και, προετοιμαζόμενο για νέες προσαρτήσεις, το Κρεμλίνο επαναφέρει την πυρηνική απειλή απέναντι στη Δύση, εντείνοντας του φόβους για το ξέσπασμα ενός εφιαλτικού Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Την κατάσταση καθιστά εξαιρετικά ρευστή το γεγονός ότι η ίδια η ηγεσία και η υστεροφημία του Ρώσου προέδρου είναι πλέον σε άμεση συνάρτηση με το αποτέλεσμα της εισβολής στην Ουκρανία.

Τόσο, ώστε αναλυτές να κάνουν μάλιστα παραλληλισμούς με τον πρώην σοβιετικό ηγέτη Λεονίντ Μπρέζνιεφ και τη μοιραία απόφασή του -έπειτα από μια σειρά επιτυχών για την ΕΣΣΔ παρεμβάσεων εκτός συνόρων- να διατάξει την εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979.

Η έκβασή του ως «Βιετνάμ της ΕΣΣΔ» θεωρήθηκε η αρχή του τέλος για τη Σοβιετική Ένωση.

Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα των ραγδαίων εξελίξεων αποκτούν κομβική βαρύτητα οι εφεξής κινήσεις της Μόσχας, η απάντηση του Κιέβου και της Δύσης, οι διεθνείς αντιδράσεις και οι εξελίξεις στο εσωτερικό της ίδιας της Ρωσίας.

Προσαρτήσεις και κλιμάκωση

Με την υποστηριζόμενη από τη Δύση ηγεσία του Κιέβου να επιδιώκει εδραίωση και επέκταση της ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας της  -συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας- άμεσος στόχος της Μόσχας είναι να ανακόψει την ουκρανική αντεπίθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο προαναγγέλλει και προωθεί άμεσα περαιτέρω προσαρτήσεις ουκρανικών εδαφών -από το Ντονμπάς, μέχρι τη Ζαπορίζια στα νοτιοανατολικά και τη Χερσώνα στον νότο- ανακηρύσσοντάς τα μέρος της ρωσικής επικράτειας, στήνοντας  δημοψηφίσματα υπό καθεστώς κατοχής.

Βραχυπρόθεσμα, η μερική επιστράτευση στοχεύει σε σταθεροποίηση των ρωσικών γραμμών άμυνας και παγίωση του ελέγχου στα υπό κατοχή εδάφη στην ανατολική και νότια Ουκρανία, διασφαλίζοντας την ενιαία γεωγραφική συνέχεια του Ντονμπάς, της Κριμαίας και του μεγαλύτερου μέρους της παράκτιας ουκρανικής γης κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας.

Ανοιχτό παραμένει τώρα το ερώτημα εάν η Ρωσία θα επιδιώξει παγίωση του πολεμικού μετώπου ή εάν θα επιδιώξει να προωθηθεί και δυτικότερα, ως την στρατηγικής σημασίας Οδησσό -αποκόπτοντας πλήρως την πρόσβαση της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα και την εξαγωγή σιτηρών από το ομώνυμο λιμάνι της- ή ακόμη μέχρι και τη γειτονική Υπερδνειστερία, στα εδάφη της Μολδαβίας.

Όμως κάτι τέτοιο, τονίζουν αναλυτές, θα απαιτούσε μεγαλύτερη επιστράτευση. Και δη, χωρίς να αναμένονται άμεσα αποτελέσματα στα μέτωπα του πολέμου, καθώς ο βαρύς χειμώνας πλησιάζει.

Μερική επιστράτευση και εσωτερικές αντιδράσεις

Η μερική επιστράτευση 300.000 εφέδρων  επί συνόλου 2 εκατομμυρίων επισήμως και συνολικά 25 εκατομμυρίων μάχιμων -όπως αναφέρει το ρωσικό υπουργείο Άμυνας- εκτιμάται ότι αντικατοπτρίζει την αγωνιώδη προσπάθεια της Μόσχας να πετύχει με έναν «σμπάρο» πολλά «τρυγόνια».

Να ανακόψει την ουκρανική αντεπίθεση. Να παγιώσει τον ρωσικό έλεγχο στις κατεχόμενες περιοχές. Να κατευνάσει εν μέρει τους υπερεθνικιστικούς κύκλους της Ρωσίας, που πιέζουν εδώ και καιρό για πλήρη κλιμάκωση. Και ταυτόχρονα να μην προκαλέσει πλήρη πανικό και αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι επικριτικές φωνές πληθαίνουν.

Ήδη υπάρχει νέο κύμα φυγής από τη χώρα. Εν μέσω κύματος συλλήψεων, αντιπολιτευόμενες ομάδες καλούν σε μαζικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις,. Ενώ οι αντιδράσεις αναμένεται να ενταθούν ακόμη περισσότερο με τις πρώτες απώλειες εφέδρων, επεκτείνοντας έτσι το κύμα δυσαρέσκειας από τα αστικά κέντρα έως τη ρωσική ύπαιθρο.

Στο μεσοδιάστημα, εμπειρογνώμονες και αναλυτές στη Δύση εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το εάν η Ρωσία έχει τις χερσαίες δυνάμεις ή/και τον επαρκή εξοπλισμό για μια μακρά συνέχιση, πολλώ μάλλον επέκταση του πολέμου. Κάτι που θα απαιτούσε πρόσθετη «αφαίμαξη» της -υπό τον κλοιό δυτικών κυρώσεων- ρωσικής οικονομίας.

«Πάγος»

Αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι, κατά τη θεώρηση του Πούτιν, η καλύτερη πλέον από τις διαθέσιμες επιλογές είναι να κερδίσει χρόνο, «ποντάροντας» στον χειμώνα.

Αφενός με παγίωση του ρωσικού ελέγχου στα κατεχόμενα και προς προσάρτηση από τη Ρωσική Ομοσπονδία ουκρανικά εδάφη. Αφετέρου με κλιμάκωση του ενεργειακού υβριδικού πολέμου στην Ευρώπη και με την προσμονή κάμψης της συνοχής και αποφασιστικότητας της -επίσης οικονομικά δοκιμαζόμενης- Δύσης.

Προς τούτο, ορισμένοι βάζουν στην ίδια «εξίσωση» την εντατικοποίηση των ρωσικών πληγμάτων κατά ζωτικών μη στρατιωτικών υποδομών της Ουκρανίας -κυρίως σταθμών ηλεκτροπαραγωγής- ευελπιστώντας έτσι σε αύξηση όχι μόνο των έξωθεν, αλλά και των εσωτερικών πιέσεων στο Κίεβο για συνθηκολόγηση και τερματισμό του πολέμου.

«Ο Πούτιν δεν μπορεί να κερδίσει στο μέτωπο, αλλά μπορεί να προσπαθήσει να σπείρει ένα κύμα απροθυμίας στην ουκρανική κοινωνία για τη συνέχιση του πολέμου», υποστηρίζει ο Μαχίμ Κατς, επικριτής του Κρεμλίνου και πρώην μέλος του Συντονιστικού Συμβουλίου της εξωκοινοβουλευτικής ρωσικής αντιπολίτευσης.

Εδώ και καιρό εν τω μεταξύ ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Φίλιπο Γκράντι, προειδοποιεί για νέο κύμα Ουκρανών προσφύγων στην Ευρώπη, καθώς ολοένα και περισσότεροι θα προσπαθούν να βρουν καταφύγιο από το κρύο του χειμώνα.

Η πυρηνική επιλογή

Δυτικές πρωτεύουσες και πολλοί αναλυτές προειδοποιούν πλέον ανοιχτά ότι, ων στριμωγμένος, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν μπορεί πράγματι να στραφεί στο πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας, όπως άλλωστε απείλησε ανοιχτά στο τελευταίο διάγγελμά του.

Σε αυτό το πλαίσιο, πάντως, αρκετοί ειδικοί θεωρούν πιο πιθανό -προς το παρόν και χωρίς μια επικίνδυνη κλιμάκωση και διεύρυνση του πολέμου- ένα μικρής κλίμακας, πλην εξόχως επικίνδυνο ρωσικό πλήγμα με τακτικό πυρηνικό όπλο κατά της Ουκρανίας, ειδικά εάν τα περιθώρια στενέψουν κι άλλο για τον Πούτιν.

Κάτι που δεν είναι πλέον απίθανο κατά τη Ρόουζ Γκότεμολερ, πρώην αναπληρώτρια Γενική Γραμματέας του ΝΑΤΟ και επικεφαλής Αμερικανίδα διαπραγματεύτρια της Συνθήκης New Start για τον περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων ΗΠΑ και Ρωσίας.

Σε αυτήν την περίπτωση, λέει, ο στόχος της Ρωσίας θα είναι «να σπείρει τον τρόμο όχι μόνο στους Ουκρανούς, αλλά και στη διεθνή κοινότητα, ώστε να πιέσει θεωρητικά την Ουκρανία να συνθηκολογήσει».

«Yπάρχουν πάντως και άλλα όπλα μαζικής καταστροφής, συμπεριλαμβανομένης της πρόκλησης καταστροφής σε πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής ή της χρήσης χημικών ή βιολογικών όπλων», τόνισε στο δίκτυο NBC. «Όλοι πρέπει να έχουν κατά νου αυτή την πιθανότητα».



Πηγή άρθρου: www.in.gr