Ο Μαραντόνα δεν έπαιξε ποδόσφαιρο, έκανε επανάσταση

Το ποδόσφαιρο στο πρόσωπο του Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος έφυγε απ’ τη ζωή σε ηλικία 60 ετών, βρήκε τον δικό του θεό, για την ακρίβεια τον δημιούργησε. Έχουν περάσει στην ιστορία του αθλήματος τεράστιοι ποδοσφαιριστές, κανένας όμως δεν έχει επηρεάσει τόσο μαζικά το συναίσθημα του κόσμου, όσο ο Μαραντόνα. Το γεγονός αυτό είναι που θα πρέπει να εξετάσουμε.

ADVERTISING

Για ποιoν λόγο ο απλός κόσμος ένιωθε και θα νιώθει αιώνια την ανάγκη να λατρεύει τον Ντιέγκο Μαραντόνα, με έναν τρόπο τόσο ιδιαίτερο. Στο πρόσωπο του Μαραντόνα δεν υπήρχε θαυμασμός, ήταν και η ζωή που διάλεξε τέτοια που δεν γινόταν να τον θαυμάσεις, υπήρχε κάτι πολύ πιο δυνατό. Λατρεία. Λες και τα πάθη του έκαναν τον κόσμο να τον αγαπά ακόμα πιο πολύ, δημιουργούσαν την ανάγκη για να δεθεί περισσότερο μαζί του.

Για τον Μαραντόνα έγιναν ντοκιμαντέρ, γράφτηκαν τραγούδια, δημιουργήθηκαν εκκλησιές, προσευχές, έγινε θρησκεία.

ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΣΑΣ

Ασφαλώς τον μύθο του τον γιγάντωσε το γεγονός πως είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής στην εποχή του αθλήματος που άφησε την αίσθηση πως πήρε τον υπέρτατο τίτλο μόνος του. Δεν είναι αλήθεια, δεν γίνεται να είναι αλήθεια, το ποδόσφαιρο είναι ένα χαοτικό σύνθετο άθλημα, δεν γίνεται κάποιος να κατακτήσει χωρίς βοήθεια την κορυφή και εκείνη η Αργεντινή είχε σπουδαίους παίκτες.

Μοιάζει σε ένα σημείο, σαν την σχέση που έχει αναπτύξει η δική μας γενιά στην Ελλάδα, με τον Νίκο Γκάλη. Όσοι έχουμε ζήσει τον Γκάλη, είναι αδύνατον να τον συγκρίνουμε με κάποιον άλλον αθλητή, παρότι μπορούμε να αναγνωρίζουμε πως σε κάποια κομμάτια κάποιος πιο σύγχρονος είχε μεγαλύτερη πληρότητα.

Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν κοινοί παρονομαστές. Ίδια εποχή, κατάκτηση στόχου με Εθνική ομάδα που γέμισε το έθνος χαρά και ακραία συναισθήματα και την αίσθηση που άφηνε ο τρόπος παιχνιδιού τους, στο μόνος μου και όλοι σας.

Ασφαλώς και στις δύο περιπτώσεις υπήρχαν σπουδαίοι συμπαίκτες, όμως όλοι αντιλαμβάνονται πως αν δεν είχαν μαζί τους μία ανώτερη δύναμη, δεν θα μπορούσαν να φθάσουν στην επιτυχία ενός στόχου, που θα τους άφηνε στην αιωνιότητα. Αυτός λοιπόν που δημιουργούσε την ανώτερη δύναμη, είναι φυσικό στο μυαλό όσων έζησαν το θαύμα, να ξεφεύγει από τα όρια του κοινού θνητού.

Το να κατακτάς κάτι σπουδαίο με την εθνική σου ομάδα δεν μπορεί να συγκριθεί με ό,τι και αν πετύχεις σε συλλογικό επίπεδο. Ειδικά όταν πρόκειται για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η συγκεκριμένη διοργάνωση δεν αφορά μόνο όσους παρακολουθούν το άθλημα στην καθημερινότητα τους, αφορά όλο τον κόσμο. Μια νοκ άουτ μάχη Μουντιάλ αφορά όλο το έθνος, το παρακολουθούν οικογένειες με ένα ιερό φανατισμό. Την στιγμή που δίνει μάχη η χώρα σου, μαζί με τους ποδοσφαιριστές, συμπαραστέκεται όλο το έθνος.

ΠΗΡΕ ΡΕΒΑΝΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΧΑΜΕΝΟ ΠΟΛΕΜΟ

Τον Μαραντόνα τον είδαν να χάνει την μάχη το 1982 αμέσως μετά τις συνέπειες που είχε αφήσει στην πατρίδα τους, ο Πόλεμος των Φώκλαντ και τέσσερα χρόνια αργότερα, πήραν στο γήπεδο της δικιά τους ρεβάνς. Είναι αδιανόητο, αλλά ο Μαραντόνα έβαλε το καλύτερο γκολ που έχουμε δει σε παγκόσμιο κύπελλο και το γκολ που έχει συζητηθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, απέναντι στους Άγγλους. Σε έναν αγώνα που για το λαό της Αργεντινής ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, χωρίς καμία υπερβολή, ήταν η ρεβάνς ενός χαμένου πολέμου.

Η Αργεντινή το 1982 παρέδωσε τα νησιά Φώκλαντ στους Άγγλους, τέσσερα χρόνια αργότερα τους απέκλεισε από το Μουντιάλ, με έναν τρόπο που δεν θα ξεχάσουν ποτέ και αυτό το παιχνίδι, ο Μαραντόνα το κέρδισε μόνος του. Δεν υπάρχουν ομαδικές ενέργειες στα δύο τέρματα. Χρησιμοποίησε την πονηριά του, το ταπεραμέντο του στο “χέρι του Θεού”, πήρε την μπάλα και πέρασε όλους τους Άγγλους στο δεύτερο τέρμα.

Αν αυτή η ιστορία γραφόταν σε σενάριο, την ώρα που θα τελείωνε η ταινία, θα είχαμε την αίσθηση πως υπήρχε μία υπερβολή, δεν μπορεί σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι να γίνουν τόσο πολλά πράγματα, να υπάρξουν συναισθήματα και μία επικράτηση που ξεπερνά σημαντικά το μέγεθος του αθλητισμού.

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΘΕΟ

Αυτή είναι και η μαγεία του αθλητισμού που σε μεγαλύτερο βαθμό μπορεί να την προσφέρει το ποδόσφαιρο και ειδικά εκείνη την εποχή, που ήταν ένα καθαρά λαϊκό άθλημα.

Σε μία εποχή που αρκούσαν τρία παιδιά, ένα κουτάκι κόκα κόλας, δύο πέτρες και ένας μικρός χώρος τσιμέντου για να νιώσεις την απόλυτη ηδονή. Να ματώσεις τα πόδια σου, να χτυπηθείς, να χτυπήσεις, να κερδίσεις, να χάσεις, να γεμίσεις με βρώμα και να πας σπίτι σου γεμάτος από συναίσθημα, γνωρίζοντας πως σε περιμένει η κατσάδα της μάνας σου.

Αυτήν την εποχή δεν μπορούσε να την ενσαρκώσει κανένας καλύτερα, από τον Ντιέγκο Μαραντόνα.

Ασφαλώς και η κατάκτηση του Μουντιάλ ήταν η αφετηρία, είναι το γεγονός που έκανε τον κόσμο να καταλάβει πως εδώ υπάρχει μία ιστορία που αφορά κάτι περισσότερο από έναν ποδοσφαιριστή.

Πέρα από τις ποδοσφαιρικές του ικανότητες, ο Μαραντόνα ήταν ένας άνθρωπος που πλημμύριζε από συναίσθημα, πάθος, ήταν γεννημένος επαναστάτης, οι επιτυχίες του είχαν πολιτική υπόσταση και ταυτόχρονα ήταν και αυτοκαταστροφικός.

Χαρακτηριστικά που είχαν δώσει οι Αρχαίοι Έλληνες στους θεούς που δημιούργησαν από την φαντασία τους, ο Μαραντόνα τα είχε όλα ανεπτυγμένα. Ήταν λες και ενσάρκωσε την φαντασία των ποδοσφαιρόφιλων, σαν το ποδόσφαιρο να δημιούργησε τον δικό του θεό.

ΟΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ

Οι επιτυχίες του είχαν πολιτική υπόσταση. Το 1986 κατέκτησε το Μουντιάλ με την Αργεντινή ενώ βρισκόταν στην καλύτερη του αγωνιστική κατάσταση. Το 1990 δεν ήταν ο ίδιος. Η προσωπικότητα του όμως ήταν τόσο έντονη που, παρότι μπορούσε να κάνει πολύ λιγότερα πράγματα στο γήπεδο, έφθανε για να πάει την χώρα του στον τελικό και για να διχάσει ολόκληρη την Ιταλία.

Βλέπετε, οι επιτυχίες του είχαν κάτι το ξεχωριστό. Δεν μεγάλωσε ο μύθος του επειδή έφτιαξε εντυπωσιακά στατιστικά, επειδή έσπασε τα κοντέρ με τα τέρματα που σημείωσε. Αξεπέραστος στις μνήμες του κόσμου έμεινε για το μέγεθος των επιτυχιών που πέτυχε. Πέρα από τον τρόπο που κατάκτησε το Μουντιάλ, τον γιγάντωσε που δεν πέτυχε, όπως όλοι οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές, σε κάποιον πλούσιο σύλλογο.

Ο κόσμος έβλεπε πως ό,τι αντιπροσώπευε ο τρόπος ζωής, η κουλτούρα, οι θέσεις του Μαραντόνα, γινόταν πράξη και στους αγωνιστικούς χώρους. Πήγε στην φτωχή πόλη της Νάπολι, που δεν την υπολόγιζε κανένας στην Ιταλία, τους υποσχέθηκε πως θα τους κάνει πρωταθλητές και τήρησε την υπόσχεση του. Έδωσε χρόνια χαράς, έδωσε υπόσταση σε έναν ταλαιπωρημένο φτωχό κόσμο, που είχε συνηθίσει να είναι στο περιθώριο.

ΕΚΑΝΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δεν κατέκτησε απλά τίτλους με τη Ρεάλ, την Μπαρτσελόνα, τη Γιουβέντους, τη Μίλαν. Ο τρόπος που διάλεξε και κατάφερε να πετύχει ήταν μοναδικός. Είχε έναν δικό του μαγικό τρόπο οι επιτυχίες του να ξεπερνούν τον αθλητισμό, είχαν τεράστια κοινωνική επίπτωση, ήταν πολιτικές πράξεις, με συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Μαραντόνα σού άφηνε την αίσθηση πως δεν έπαιρνε απλά το Μουντιάλ, το πρωτάθλημα Ιταλίας το Κύπελλο UEFA. Έκανε επανάσταση.

Με τη διαδρομή του εκτός των γραμμών του γηπέδου, ενίσχυε τον μύθο του. Δεν έκανε ποτέ ζωή αθλητή, έμοιαζε περισσότερο με πολιτικοποιημένο ροκ σταρ της εποχής.

Στενός φίλος του Φιντέλ Κάστρο, επαναστάτης, αλλά και ταυτόχρονα είχε δημιουργήσει φιλικές σχέσεις με τον Εσκομπάρ. Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής όλων, αλλά και εθισμένος στα ναρκωτικά. Όλα αυτά δεν κολλούσαν, όμως στην περίπτωση του Μαραντόνα με έναν μαγικό τρόπο, έδεναν απόλυτα μεταξύ τους.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣΕ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ

Τα πάθη του τον έκαναν να μην έχει τη διάρκεια στους αγωνιστικούς χώρους που θα μπορούσε, μας στέρησε ποδοσφαιρικό χρόνο από τον Μαραντόνα, καθώς οι τεχνοκράτες του ποδοσφαίρου τον τιμώρησαν, όχι όμως ο απλός κόσμος.

Ο κόσμος τον αγάπησε ακόμα περισσότερο, δέθηκε μαζί του, γιατί τον βρήκε ανθρώπινο, γήινο. Λατρεύτηκε από όλους, αλλά ο ίδιος με την πορεία του, πάντοτε έδειχνε πως απευθύνεται, πως αγωνίζεται για τον φτωχό για τον αδικημένο.

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος πάθος και πάθη, ήταν πολύ ανθρώπινος, πλημμύριζε από συναίσθημα, δημιουργούσε μία ξεχωριστή μαγεία.

Είχε μία ικανότητα να πιάνει τον ρυθμό, την ενέργεια, να δημιουργεί συναίσθημα από το πουθενά.

Με το που άκουγε μουσική, το σώμα του ήταν αδύνατον να μην ακολουθήσει τον ρυθμό. Ήξερε να δημιουργεί ρυθμό και ο ίδιος, ακόμα και όταν τελείωσε το ποδόσφαιρο, αρκούσε απλά να βγει σε ένα μπαλκόνι. Είχε τον τρόπο του, να δημιουργεί μία μοναδική ατμόσφαιρα, λες και διεύθυνε ορχήστρα.

Ο κόσμος να τραγουδά για χάρη του και ο ίδιος να πιάνει τον παλμό και να δημιουργεί από το πουθενά πάθος, μία ατμόσφαιρα μοναδική, που κανένας άλλος δεν μπορούσε να την χτίσει από το πουθενά. Όμως τα τραγούδια του Μαραντόνα δεν ήταν κενά, δεν ήταν απλά στίχοι, είχαν συναίσθημα, γέμιζαν με μνήμες από μία ιδιαίτερη εποχή, που κατάφερε ο ίδιος να αφήσει το σημάδι του, όσο ελάχιστοι.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΘΕΙ ΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

Η συζήτηση για το ποιος είναι ο καλύτερος όλων των εποχών υπάρχει για όλα τα αθλήματα, είναι από την φύση της εντελώς λανθασμένη, όμως δεν θα τελειώσει ποτέ.

Στην πράξη δεν μπορείς να κάνεις σύγκριση μεταξύ διαφορετικών εποχών, τα αθλήματα αλλάζουν εξελίσσονται. Το μοναδικό κριτήριο μπορεί να είναι η αίσθηση που έχει αφήσει ο κάθε αθλητής στην εποχή του, το συναίσθημα το οποίο δημιούργησε, το αποτύπωμα που άφησε. Ο Μαραντόνα είχε μία διαφορετική πορεία από όλους, είναι πάνω από όλους, γιατί δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν. Κανένας δεν έχει το ειδικό βάρος για να κάτσει δίπλα του στη ζυγαριά.

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου δεν έμεινε για τα γκολ που πέτυχε, για τα προσωπικά του επιτεύγματα, αλλά για το συναίσθημα που δημιούργησε. Ο Μαραντόνα δεν έπαιξε απλά ποδόσφαιρο, έκανε επανάσταση.



Πηγή άρθρου: www.sport24.gr