Ελλάδα – Τουρκία: Η συνάντηση των Κυρ. Μητσοτάκη, Ρ.Τ. Ερντογάν με “τουρκικά γυαλιά” είναι αποκαλυπτική

Η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο συνιστά εξέλιξη μεγάλης σημασίας. Η μία ανάγνωση είναι ότι δυο αντίπαλοι, που είναι μέλη του ΝΑΤΟ, είναι φυσιολογικό να συζητούν. Η άλλη είναι ότι από διπλωματικής απόψεως και μόνο η παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού στη συνάντηση νομιμοποιεί την αναθεωρητική ατζέντα των Τούρκων. Διότι η Τουρκία φρόντισε να ξεκαθαρίσει ότι στο τραπέζι θα τεθεί το σύνολο των τουρκικών διεκδικήσεων, συμπεριλαμβανομένου του επίμαχου θέματος της αποστρατιωτικοποίησης των νήσων του ανατολικού Αιγαίου.

Του Ζαχαρία Μίχα*
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA)

Από τη μία πλευρά, είναι λογικό σε μια τέτοιου είδους συνάντηση κάθε πλευρά να θέτει όποιο θέμα επιθυμεί. Από την άλλη, όμως, δεδομένης της τουρκικής προαναγγελίας, έμμεσα νομιμοποιεί τη συζήτηση επί θεμάτων που καμία χώρα στην Υφήλιο δεν θα δεχόταν να συζητήσει. Έχει εφευρεθεί μάλιστα και η πολιτικώς ορθή διπλωματική διατύπωση περί «μείωσης του στρατιωτικού αποτυπώματος» με νονούς τους Αμερικανούς.

Συνιστά δε ξεκάθαρα, απόπειρα διπλωματικής ωραιοποίησης, καθότι και οι ίδιες οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες, τέτοιο θέμα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι αυτή η συζήτηση νομιμοποιείται από την αμερικανική διπλωματία με τη δικαιολογία ότι πρόκειται περί συμμαχικών χωρών, ενώ η ανάποδη ανάγνωση αποκαλύπτει κατάχρηση και βιασμό αυτής της συμμαχικής σχέσης.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι τι κάνουν με βάση το συμφέρον τους οι άλλες χώρες, αλλά οι ελληνικές επιλογές. Κατά συνέπεια, αυτή καθαυτή η επίσκεψη Μητσοτάκη στον Ερντογάν, με δεδομένη την τουρκική ατζέντα, θα έπρεπε να θεωρείται ως ιδιαιτέρως γενναία χειρονομία καλής θέλησης της Ελλάδας προς τις ΗΠΑ που θα δικαιολογούσε μετρήσιμο αντάλλαγμα. Οι λεπτομέρειες, όμως, του διπλωματικού χειρισμού της υπόθεσης δεν είναι γνωστές.

ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΗΓΕΤΗ
Οι ειδικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί περιφερειακά και παγκόσμια, αλληλεπιδρούν με τις αντίστοιχες στο εσωτερικό της Τουρκίας. Εν ολίγοις, συνυπάρχουν οι πάγιες επιδιώξεις της Τουρκίας με το στενό ιδιοτελές πολιτικό συμφέρον του ηγέτη της. Η περιφερειακή συγκυρία δημιουργεί ένα περιβάλλον οξείας ανασφάλειας για την Τουρκία για πλειάδα λόγων. Στην ήδη πολύ δύσκολη κατάσταση έρχεται να προστεθεί και το ότι ο Ερντογάν ετοιμάζεται να δώσει σε έναν περίπου χρόνο από τώρα εκλογική μάχη πολιτικής επιβίωσης. Τα δεδομένα του προβλήματος είναι ιδιαίτερα αρνητικά και οι πιθανότητες επανεκλογής μοιάζουν προς το παρόν περιορισμένες.

Η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε κάκιστη κατάσταση, συνεπεία των χειρισμών του ιδίου του Ερντογάν. Οι σχέσεις με τη Δύση βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό, συμβάλλοντας αυταπόδεικτα στην κατεδάφιση του “οικονομικού θαύματος” της εικοσαετίας που κυβερνά την Τουρκία ο Ερντογάν. Ένα “θαύμα” για το οποίο κόμπαζαν οι Τούρκοι ισλαμιστές στο παρελθόν και αποτελούσε το ισχυρότερό τους πολιτικό χαρτί.

Ωστόσο, σήμερα, η αντιπολίτευση έχει συσπειρωθεί με κίνητρο την αποκαθήλωση του συστήματος Ερντογάν. Παράλληλα, τα πολιτικά πάθη είναι ιδιαιτέρως οξυμένα. Ενδιαφέρον έχει ασφαλώς το ότι σύσσωμο το τουρκικό πολιτικό σύστημα συναγωνίζεται σε εθνικιστικές κορώνες ανθελληνικού-αναθεωρητικού περιεχομένου.

Η συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό εξυπηρετεί και τον προσωπικό πολιτικό σχεδιασμό του Ερντογάν, βασικός στόχος του οποίου είναι η αντιστροφή του κλίματος, ώστε να καταστεί δυνατή η επανεκλογή του το 2023. Παράλληλα και ταυτόχρονα, όμως, επιχειρείται και η υπηρέτηση και των επεκτατικών συμφερόντων της Άγκυρας, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αλληλένδετα.

Ο Ερντογάν προσπαθεί να εξομαλύνει τις σχέσεις της Τουρκίας με όσες χώρες της περιοχής ο ίδιος καθύβριζε συστηματικά. Αξιοποιώντας τη συγκυρία της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία επιχειρεί να βρει και κάποια λύση με τους Αμερικανούς για τους S-400. Εάν τα καταφέρει και στα δύο αυτά μέτωπα, θα αλλάξει ριζικά και υπέρ του τα μέχρι τώρα δεδομένα, με αποτέλεσμα η απειλή προς την Ελλάδα να οξυνθεί.

ΜΕ ΕΝΑ ΣΜΠΑΡΟ… ΠΟΛΛΑ
Πιο συγκεκριμένα, θα έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις να προχωρήσει το πρόγραμμα των υπερσύγχρονων γερμανικών υποβρυχίων Type 214, του νέου τουρκικού μαχητικού, να παραλάβει σε πρώτη φάση 40 μαχητικά F-16 Block 70/72 και να εστιάσει την προσπάθειά του στην ολική επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα του μαχητικού F-35, που θα αναβαθμίσει και τις επιχειρησιακές ικανότητες του μίνι-αεροπλανοφόρου Anadolu.

Επειδή, όμως, το βασικό πρόβλημα της Τουρκίας παραμένει η οικονομία, έχει εστιάσει στους υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου, εκμεταλλευόμενος και την ευνοϊκή συγκυρία, υπό την έννοια των πολύ υψηλών τιμών που ευεργετεί τους παραγωγούς και… καταθλίβει τους πελάτες. Και βέβαια όταν μιλάμε για υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο, μιλάμε κυρίως για τις τουρκικές επεκτατικές διεκδικήσεις σε βάρος ελλαδικών και κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το ερώτημα είναι μήπως έχει επιλέξει να αφήσει στην άκρη προβλήματα που γνωρίζει πως δεν επιλύονται και επιχειρήσει να ξεμπλοκάρει προς όφελός του την αξιοποίηση των κοιτασμάτων που διεκδικεί. Γι’ αυτό επέλεξε να τονίσει τα τέσσερα ερευνητικά σκάφη που έχει προμηθευθεί, υπονοώντας ίσως ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε μια μορφή συνεκμετάλλευσης, στο πλαίσιο κάποιας συμφωνίας.

Η Δύση θα χειροκροτούσε μία τέτοια συνεργασία, ισχυριζόμενη ότι θα δημιουργήσει σταδιακά τις συνθήκες, ώστε να επιλυθούν και τα άλλα ελληνοτουρκικά προβλήματα. Εάν κρίνουμε από τις τουρκικές θέσεις, μία τέτοια συμφωνία δεν θα μοιάζει ούτε κατά διάνοια με το τίμημα για την “προστασία” που προσφέρει η Μαφία σε μαγαζιά.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ;
Έχει άραγε η ελληνική πλευρά επεξεργασμένη στρατηγική, ή προσέρχεται στη συνάντηση κορυφής απλά και μόνο με την ατάκα «δυο σύμμαχοι πρέπει να συζητούν για τα προβλήματα»; Τί θα συνέβαινε άραγε εάν η ελληνική πλευρά κατέθετε στο τραπέζι ένα ζήτημα εφάμιλλου επεκτατισμού με την τουρκική απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών; Ποιοι είναι οι άξονες της στρατηγικής μας;

Πιστεύει η Αθήνα πως ο Ερντογάν είναι προτιμότερος για τα ελληνικά συμφέροντα από τους πολιτικούς αντιπάλους του και έχουμε αποφασίσει να τον πριμοδοτήσουμε; Εάν ναι με ποιο τίμημα; Μήπως ανακαλύψαμε όψιμα το οικονομικό και ενεργειακό μας αδιέξοδο και θέλουμε συμφωνία που θα ανοίξει τον δρόμο για την αξιοποίηση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων ανατολικά της Κρήτης; Και ποιο το τίμημα, αφού αξιοποίηση εκεί στην παρούσα φάση συνεπάγεται ή σύγκρουση με την Τουρκία ή συνεκμετάλλευση;

Αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη άλλαξε άποψη για τα δυνητικά κοιτάσματα, γιατί δεν προχωρά την αξιοποίηση όσων βρίσκονται νότια και δυτικά της Κρήτης; Είναι αφέλεια να θεωρήσει κανείς ότι οι Τούρκοι, υπό οποιαδήποτε ηγεσία, θα εγκαταλείψουν τη “Γαλάζια Πατρίδα”. Και βέβαια οποιοδήποτε ελληνικό βήμα πίσω στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης θα στείλει το πιο λάθος μήνυμα στην Άγκυρα.

Αν ο Ερντογάν κατορθώσει να περιορίσει τη ζημιά που έχουν υποστεί οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις λόγω των S-400, είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει στη γραμμή της ισορροπίας μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, με το επιχείρημα ότι ως περιφερειακή ευρασιατική δύναμη δεν μπορεί να ακολουθεί πιστά νατοϊκές κατευθύνσεις.

Οποιαδήποτε επαφή με την Τουρκία, οφείλει να ξεκαθαρίζει εκ των προτέρων την ελληνική θέση για όλες τις μονομερείς τουρκικές αναθεωρητικές διεκδικήσεις, όπως κάνει η Άγκυρα και το έκανε και εν όψει της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν. Αυτό έχει σημασία όχι μόνο στο ελληνοτουρκικό μέτωπο, αλλά και στο πως αντιλαμβάνονται και αξιολογούν οι άλλες χώρες της περιοχής την Ελλάδα. Κι αυτό έχει σημασία εάν θέλουμε συμμάχους.

Ήδη το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάνει κάποια βήματα εξομάλυνσης των σχέσεών τους με την Τουρκία. Το τι θα σημάνουν προσεχώς αυτά τα βήματα για τις σχέσεις τους με την Ελλάδα θα εξαρτηθεί και από τον τρόπο που η Ελλάδα θα οριοθετήσει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Με αυτή την έννοια η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν είναι σταθμός.

Πηγή άρθρου: www.defence-point.gr