Το «μήνυμα» Μπάιντεν για τις σχέσεις με την Τουρκία

Τώρα, στόχος της Αγκυρας είναι να επικρατήσει μια ψύχραιμη στάση μέχρι τη συνάντηση Μπάιντεν – Eρντογάν τον Ιούνιο, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Φωτ. Presidential Press Office / Handout via REUTERS

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Στην Τουρκία, η χρήση του όρου «γενοκτονία» από τον Τζο Μπάιντεν θεωρήθηκε το οριστικό μήνυμα της Ουάσιγκτον προς την Αγκυρα. Αναλυτές εκτιμούν πως οι ΗΠΑ δείχνουν στην Τουρκία πως δεν έχει την ίδια «αξία» σε σχέση με το παρελθόν, καθώς και ότι οι σχέσεις των δύο χωρών δεν θα είναι όπως τα προηγούμενα χρόνια. Εμπειροι δημοσιογράφοι της γειτονικής χώρας «διαβάζουν» την εξέλιξη αυτή ως σοβαρή προειδοποίηση της αμερικανικής ηγεσίας προς τον κ. Ερντογάν.

Το αρμενικό ζήτημα βρίσκεται στην επικαιρότητα από το 1981, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν, σε ομιλία του την ημέρα μνήμης για το Ολοκαύτωμα, είχε αναφερθεί σε «Γενοκτονία των Αρμενίων». Ομως δεν υπήρξε ποτέ επίσημη αναγνώριση, καθώς το υπουργείο Αμυνας, όπως και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, υποστήριζαν πως η Τουρκία είναι σημαντική χώρα και δεν πρέπει να δυσαρεστηθεί.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και με τον Μπαράκ Ομπάμα, που, ενώ όλοι πίστευαν πως θα ικανοποιήσει τους Αρμενίους, την τελευταία στιγμή, πάλι ύστερα από τις συστάσεις των αξιωματούχων, είχε μιλήσει για «μέγα κακό».

Ολες οι απαντήσεις των Τούρκων αξιωματούχων σχετικά με την απόφαση του κ. Μπάιντεν αφορούν ιστορικά γεγονότα του 1915, όμως αυτό που «διαβάζουν» είναι πως η επιλογή του Αμερικανού προέδρου δείχνει και τη μεγάλη αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον δεν έχει κανένα πρόβλημα, ούτε ενδοιασμούς στο να δυσαρεστήσει την Τουρκία, σε οποιοδήποτε ζήτημα.

Είχαν προηγηθεί βέβαια και οι κυρώσεις CAATSA, για την αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, η εξαίρεσή της από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των F-35 καθώς και η μη παράδοση των συγκεκριμένων μαχητικών, οι αυστηρές υποδείξεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα, όπως και η επικείμενη δίκη για την υπόθεση της Halkbank, που είχαν δείξει τις προθέσεις της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ.

Πολιτικοί αναλυτές της γειτονικής χώρας παρατήρησαν πως, ενώ ο Τζο Μπάιντεν τηλεφώνησε ο ίδιος στον Τούρκο ομόλογό του για να του ανακοινώσει την απόφασή του για τη χρήση του όρου «γενοκτονία», ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αντέδρασε προφορικά, όμως αποδέχθηκε να συναντηθεί με τον Αμερικανό ομόλογό του στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον ερχόμενο Ιούνιο. Υπάρχει εκτίμηση πως κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί πριν από λίγα χρόνια.

«Στην πραγματικότητα, στις 24 Απριλίου δεν συνέβη τίποτα ως ανθρώπινη τραγωδία», υποστήριξε σε ομιλία του ο κ. Ερντογάν μετά το υπουργικό συμβούλιο της περασμένης Δευτέρας. Ομως άφησε παράθυρο συνεργασίας και τόνισε πως «με τον κ. Μπάιντεν, στη συνάντηση που αποφασίσαμε τον Ιούνιο, θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε όλα αυτά τα ζητήματα και πιστεύω πως θα ανοίξουμε την πόρτα για μια νέα εποχή. Βέβαια στον κ. Μπάιντεν θέλω να υπενθυμίσω και κάτι επιπλέον: Εμείς δεν είμαστε ξένοι ο ένας στον άλλον. Μεταξύ μας είχαμε διαφορετική σχέση. Να είναι καλά, όταν ήμουν άρρωστος με είχε επισκεφθεί στο σπίτι».

Στην Αγκυρα προσπαθούν να συμπεριφερθούν με ψυχραιμία στο ζήτημα των σχέσεων με τις ΗΠΑ. «Ας μην ξεχνάμε πως η Γερμανία, η Αυστρία, ο Λίβανος, η Ρωσία και πολλές άλλες χώρες με τα κοινοβούλιά τους ή με τις κυβερνήσεις τους έχουν αναγνωρίσει ως “γενοκτονία” τα γεγονότα του 1915. Τώρα σε αυτή τη λίστα μπήκαν και οι ΗΠΑ», αναφέρει η πολιτική αναλύτρια Χαντέ Φιράτ στην εφημερίδα Hurriyet.

Ομως ο στόχος της Ουάσιγκτον και ο τρόπος που βλέπει πια την Τουρκία είναι αυτό που προκαλεί ανησυχία.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τηλεφώνημα του Τζο Μπάιντεν προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρώτα συζητήθηκε η επικείμενη Σύνοδος του ΝΑΤΟ και η συνάντηση των δύο προέδρων. Αργότερα ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε στον Τούρκο ομόλογό του τα «δυσάρεστα» νέα για την Αγκυρα. Δήλωσε πως θα χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία», όμως δεν θα συνδέσει καθόλου το ζήτημα αυτό με την Τουρκία.

Μάλιστα, όπως διαρρέουν πληροφορίες στην Τουρκία, ο κ. Μπάιντεν σημείωσε πως θα αναφερθεί στο όνομα της Κωνσταντινούπολης και όχι «Ιστανμπούλ», με στόχο να εξαιρέσει την Τουρκία και να επιρρίψει τις ευθύνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Πάντως, ο κυβερνητικός εταίρος του Τούρκου προέδρου, ο πρόεδρος του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ερμήνευσε διαφορετικά αυτή τη στάση και δήλωσε: «O Mπάιντεν στην εκστρατεία της συκοφαντίας εναντίον της χώρας μας χρησιμοποίησε και την ονομασία της Κωνσταντινούπολης. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν υπάρχει τέτοια περιοχή που ονομάζεται έτσι ή κάποια τοποθεσία. Εμείς έχουμε την Ιστανμπούλ, και είναι η μεγαλύτερη τουρκική πόλη του κόσμου. Δεν έχει αξία ούτε όσο μια ψείρα όπως θέλουν να βλέπουν τα πράγματα πέραν του Ατλαντικού. Η σελίδα της Κωνσταντινούπολης έχει κλείσει πριν από 568 χρόνια».

Στην τηλεφωνική συνομιλία ο κ. Μπάιντεν δήλωσε στον κ. Ερντογάν πως το ζήτημα της «Γενοκτονίας των Αρμενίων» είναι προεκλογική υπόσχεσή του και τόνισε πως «αν δεν τηρήσω αυτό που υποσχέθηκα, θα πέσω σε αντίφαση με τον εαυτό μου».

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τόνισε στον κ. Μπάιντεν πως με την απόφασή του θα πληγούν οι σχέσεις ΗΠΑ – Toυρκίας και του ανέφερε πως αυτό είναι ένα «μεγάλο ιστορικό, νομικό και πολιτικό λάθος».

Ψύχραιμη στάση

Τώρα, στόχος της Αγκυρας είναι να επικρατήσει μια ψύχραιμη στάση μέχρι τη συνάντηση Μπάιντεν – Eρντογάν, τον Ιούνιο, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση συζήτησης ακραίων λύσεων, όπως το κλείσιμο αμερικανικών βάσεων, αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ κ.λπ.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα χειριστεί η Τουρκία το ζήτημα των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400, καθώς οι ΗΠΑ έχουν ξεκαθαρίσει πως δεν πρέπει να παραμείνουν σε τουρκικό έδαφος. Παράλληλα, η εξέλιξη της δίκης της τουρκικής Ηalkbank, με τις κατηγορίες για παραβίαση του οικονομικού εμπάργκο στο Ιράν, η οποία θα ξεκινήσει τον Μάιο, είναι ένα ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα την τουρκική κυβέρνηση. Αναλυτές εκτιμούν πως αν και στο ζήτημα αυτό η Ουάσιγκτον μείνει στην ίδια σκληρή γραμμή, τότε μπορεί να προκληθεί σοβαρό πλήγμα και στην τουρκική οικονομία.

Πηγή άρθρου: www.kathimerini.gr