Η πολιτική των ΗΠΑ, καταλύτης για την Ευρώπη

Στη σύνοδο G7 στη Βρετανία τον Ιούνιο, ο Τζο Μπάιντεν δήλωνε ότι «η Αμερική επέστρεψε» και μιλούσε για την ανάγκη μετώπου δημοκρατικών χωρών εναντίον αυταρχικών καθεστώτων. Η σημερινή αδιαφορία του για την Ευρωπαϊκή Ενωση προκαλεί ερωτήματα. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Τoν Αύγουστο οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν ξαφνικά από το Αφγανιστάν, την Τετάρτη αιφνιδίως ανακοίνωσαν ενισχυμένη αμυντική συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία στην περιοχή του Ινδικού και του Ειρηνικού ωκεανού. Η εγκατάλειψη του Αφγανιστάν και η αυξανόμενη ένταση με την Κίνα ήταν αναμενόμενες, καθώς επί Τραμπ οι ΗΠΑ είχαν έρθει σε συμφωνία με τους Ταλιμπάν, ενώ οι σχέσεις με την Κίνα επιδεινώνονταν συνεχώς. Ομως, ο βάναυσος τρόπος με τον οποίο η Αμερική έφυγε από το Αφγανιστάν και η ανακοίνωση της συμφωνίας AUKUS, χωρίς να ενημερωθεί γι’ αυτήν η Ευρωπαϊκή Ενωση, προκαλούν προβληματισμό ως προς το τι σημαίνουν αυτά για φίλους και αντιπάλους των ΗΠΑ. Την ώρα που η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η ολοένα μεγαλύτερη κινητικότητα της Κίνας απαιτεί ευρείες συμμαχίες και συντονισμένες κινήσεις, ώστε να ασκηθεί διπλωματική πίεση στο Πεκίνο, η ίδια υπονομεύει την εμπιστοσύνη που όφειλε να καλλιεργεί μεταξύ των συμμάχων της.

Ως προς το Αφγανιστάν, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι κέρδισε η Αμερική από την εσπευσμένη έξοδό της. Αντιθέτως, υπονόμευσε το κύρος της στα μάτια όσων λαών την εμπιστεύονται για στήριξη και αναστάτωσε συμμάχους που συμμετείχαν στην προσπάθεια ανόρθωσης της χώρας και που αισθάνονταν ηθική υποχρέωση να φυγαδεύσουν συνεργάτες τους εγκαίρως. Εάν η συμφωνία AUKUS στοχεύει στο να εφησυχάσει συμμάχους ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται στο πλευρό τους, είναι μυστήριο γιατί δείχνει τέτοια αδιαφορία για τους παλιούς Ευρωπαίους συμμάχους της. Η Γαλλία, η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που διατηρεί μόνιμες βάσεις και σημαντική στρατιωτική παρουσία στον ινδοειρηνικό χώρο, θα ήταν πολύτιμο μέλος της νέας συμμαχίας. Ομως, η μυστική συμφωνία με τη Βρετανία και την Αυστραλία, η οποία συμπεριλαμβάνει και την ακύρωση μεγάλης αγοράς γαλλικών υποβρυχίων από την Αυστραλία, ήταν, σύμφωνα με τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών, «πισώπλατη μαχαιριά». Μαχαιριά ήταν και για την Ε.Ε., που κι αυτή αναπτύσσει στρατηγική για τον χώρο που, με μεγάλη ταχύτητα, εξελίσσεται σε επίκεντρο της παγκόσμιας παραγωγής και εμπορίου.

Θα ήταν αφελές να σκεφτεί κανείς ότι οι ΗΠΑ απέκλεισαν την Ε.Ε. από τη νέα συμμαχία ώστε να μη φέρουν τις χώρες-μέλη της σε δύσκολη θέση με την Κίνα, από τη στιγμή που και οι Ευρωπαίοι προβληματίζονται για τη συμπεριφορά της κινεζικής κυβέρνησης εντός και εκτός συνόρων. Στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ενωσης, την Τετάρτη, η πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αναφέρθηκε στη νέα στρατηγική της Ε.Ε. στον ινδοειρηνικό χώρο ως «ορόσημο», εκφράζοντας επιφυλάξεις για την κινεζική πολιτική. «Είμαστε καλοί στο να χρηματοδοτούμε δρόμους. Ωστόσο, δεν έχει νόημα να κατασκευάζει η Ευρώπη έναν τέλειο δρόμο μεταξύ ενός ορυχείου χαλκού κινεζικής ιδιοκτησίας και ενός λιμένα κινεζικής ιδιοκτησίας», είπε. «Θέλουμε να δημιουργήσουμε δεσμούς και όχι εξαρτήσεις!». Λίγες ώρες αργότερα, η ανακοίνωση για την AUKUS κατέστησε σαφές ότι οι ΗΠΑ δεν συμπεριλαμβάνουν την Ε.Ε. σε ένα ευρύ μέτωπο εναντίον της Κίνας, προτιμώντας μια συμμαχία «αγγλοφώνων». (Στη μετά Brexit εποχή, αυτό είναι άλλο ένα αγκάθι για την Ε.Ε.)

Εάν η συμπεριφορά των ΗΠΑ δεν βασίζεται σε κάποια στρατηγική που δεν κατανοούμε, αλλά απλώς μαρτυράει αδιαφορία, κι αυτή χρήζει ερμηνείας. Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ε.Ε. και η Ε.Ε. ο μεγαλύτερος εταίρος της Κίνας. Αυτές είναι οι τρεις μεγάλες δυνάμεις στον κόσμο. Εδώ και καιρό η Κίνα επιχειρεί να αντιμετωπίσει την Ενωση ως άθροισμα ξεχωριστών χωρών με τις οποίες μπορεί να συνάπτει διμερείς συμφωνίες, πράγμα που δεν συμφέρει ούτε την Ε.Ε. ούτε τις ΗΠΑ. Στη σύνοδο G7 στη Βρετανία τον Ιούνιο, ο Τζο Μπάιντεν δήλωνε ότι «η Αμερική επέστρεψε» και μιλούσε για την ανάγκη μετώπου δημοκρατικών χωρών εναντίον αυταρχικών καθεστώτων. Γι’ αυτό η σημερινή αδιαφορία του για την Ε.Ε. προκαλεί ερωτήματα. Μπορεί να μην τη λογαριάζει ως ικανή να προβάλει ισχύ, ή να τη βλέπει ως (πιθανό) αντίπαλο, όπως τη θεωρούσε ο Τραμπ, και γι’ αυτό να στρέφεται προς την πιο «έμπιστη» Βρετανία. Μπορεί, απλώς, να θεωρεί τη συνεχιζόμενη στήριξη της Ενωσης ως δεδομένη – τη στιγμή που ο ίδιος προκαλεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία της αμερικανικής στήριξης προς συμμάχους.

Οπως κι αν ερμηνεύσει κανείς τις τελευταίες κινήσεις των ΗΠΑ, ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο: εάν οι χώρες της Ε.Ε. δεν ενισχύσουν την Ενωση, εάν δεν αποκτήσουν αξιόπιστη κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας, το λαμπρότερο πολιτικό και κοινωνικό εγχείρημα της Ιστορίας θα διαλυθεί άδοξα. Οχι λόγω των πράξεων φίλων ή εχθρών, αλλά λόγω της αδυναμίας των λαών της να κατανοήσουν ότι μόνο μέσω της ενότητας θα επιβιώσουν.

Πηγή άρθρου: www.kathimerini.gr