Τotal black: Κίνδυνος για εκ νέου απαξίωση της ελληνικής οικονομίας από την άνοδο των ελληνικών ομολόγων

H ισοπέδωση των τραπεζικών μετοχών και η απογείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων επαναφέρουν τον εφιάλτη της απαξίωσης της ελληνικής οικονομίας, ενάμιση μόλις μήνα μετά την «θριαμβευτική» έξοδο από τα Μνημόνια!

Έχοντας χάσει ο τραπεζικός κλάδος το 90% στα τρία χρόνια της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ (το 30% από τις 20 Αυγούστου που τελείωσε το 3ο Μνημόνιο) και τον Γενικό Δείκτη να έχει πέσει πάνω από 22% μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες, τα πράγματα δείχνουν μαύρα και απελπιστικά και το μόνο που απομένει σαν ελπίδα είναι ότι λόγω της πλήρους πτώσεων των πάντων ίσως και τελικά κάποιοι να αποφασίσουν να επενδύσουν σε αυτή την οικονομία.

Όμως για να γίνει αυτό θα πρέπει η ελληνική οικονομία να πείσει ότι δεν είναι «ψόφιο άλογο» και ότι μπορεί να παράξει οργανικά κέρδη, διότι μέχρι τώρα δείχνει να μην έχει αυτή την δυνατότητα.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως ένα «total black» δείχνει να καλύπτει την οικονομική κατάσταση της χώρας.

Κάτι σαν «φάντασμα» δείχνει να λειτουργεί αλλά δεν μπορεί να παράξει κέρδη, συντηρεί απλά μια βαρύτατη φορολογία και την ίδια στιγμή οι τράπεζες σαν «άδεια τσόφλια» δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν καμία επιχειρηματική δραστηριότητα.

Δεν είναι τυχαίο ίσως και ότι μόλις εχθές ο Οίκος Fitch αναβάθμισε το μακροπρόθεσμο αξιόχρεο των ελληνικών τραπεζών (και τις έβγαλε από την κατηγορία RD των «χρεοκοπημένων») μόνον και μόνον επειδή … περιορίστηκαν τα capital controls που είχαν επιβληθεί στην χώρα.

Αναμένεται μια θετική πρόβλεψη από τις εκθέσεις του ΔΝΤ για Ανάπτυξη 2-2,1% φέτος και 2,4-2,5% τα 2019 αλλά με τέτοια κατρακύλα της ελληνικής οικονομίας αυτά τα νούμερα δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό.

Υπάρχει πλέον ο κίνδυνος να βυθιστεί η χώρα ξανά στην απαξίωση, όπως έδειξαν οι πιέσεις όλων των κλάδων του χρηματιστηρίου και η άνοδος στα ελληνικά ομόλογα που οδήγησαν το δεκαετές πάνω από 4,6%.

Με τα επιτόκια στο δεκαετές ομόλογο να έχουν σκαρφαλώσει ξανά σε απαγορευτικά ύψη (4% υψηλότερα από της Γερμανίας και 1% πάνω από την της Ιταλίας) φαντάζει «άκυρη» πλέον και η δήλωση τον Αύγουστο στο ειδησεογραφικό δίκτυο Bloomberg από «κορυφαίο αξιωματούχο» του οικονομικού επιτελείου ότι ο Σεπτέμβριος που πέρασε, θα ήταν «μια καλή ευκαιρία για να βγει η χώρα στις αγορές» για δανεικά. 

Όχι τυχαία επίσης, εχθές το ΙΟΒΕ ανακοίνωσε επιδείνωση στο επιχειρηματικό κλίμα –και ειδικά στον κλάδο της βιομηχανίας- καθώς στον πρώτο μόλις «μεταμνομονιακό» μήνα (Σεπτέμβριος 2018) ο δείκτης των προσδοκιών υποχώρησε στα περσινά «μνημονιακά» επίπεδα , του Σεπτεμβρίου του 2017. Ήταν τότε δηλαδή, στα τέλη Σεπτεμβρίου, που ο κύριος Τσακαλώτο δήλωνε προφητικά ότι «σε ένα ή δύο χρόνια θα έχουμε πρόβλημα» γιατί δεν θα ξέρουμε τι να τις κάνουμε «τόσες πολλές άμεσες ξένες επενδύσεις» που θα έρχονται στην χώρα. Δυστυχώς όμως, η πτώση του δείκτη Οικονομική συγκυρίας θεωρείται «πρόδρομος δείκτης» για το τι μέλλει να επακολουθήσει στην πραγματική οικονομία τους επόμενους δύο ή τρεις μήνες. 

Από πλευράς του πάντως ο κύριος Τσακαλώτος, όπως είναι υποχρεωμένος εκ της θέσεώς του, από την Μαλαισία σήμερα (και το Χονγκ-Κόνγκ αύριο) να πείσει τους ξένους επενδυτές ότι η ελληνική Οικονομία βελτιώνεται και «πατάει γερά» έξω από την «προστατευτική γυάλα» του Μνημονίου, προκειμένου να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους στη χώρα μας. Θα μιλήσει στους επενδυτές για τα σχέδια της κυβέρνησης για προσέλκυση ξένων επενδύσεων και για ταχύτερη μείωση των «κόκκινων δανείων», που αποτελούν «βαρίδι» για τις τράπεζες και την ελληνική οικονομία. 

«Βαρίδι» αποτελεί όμως και η επιδίωξη της κυβέρνησης να μην εφαρμόσει μέτρα επίλυσης του ακανθρώδους πρβλήματος του Ασφαλιστικού τα οποία έχει νομοθετήσει, όπως η περικοπή της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις. Για το «εμβληματικό» ζήτημα της πολιτικής ης κυβέρνησης, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών θα έχει συζητήσεις με την επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ αλλά και ευρωπαίους αξιωματούχους και ομολόγους του, στην σύνοδο του Ταμείου στο Μπαλί της Ινδονησίας, όπου θα βρίσκεται από την ερχόμενη Τετάρτη. 

Πριν τρεις εβδομάδες πάντως, σε άλλο ταξίδι του για συναντήσεις με επενδυτές στο Λονδίνο, τους εξηγούσε πως δεν είναι «διαρθρωτικό» πρόβλημα να μην περικοπεί η προσωπική διαφορά σε συνταξιούχους 70 ετών και άνω, γιατί μέχρι το 2030 θα έχουν πάψει να παίρνουν σύνταξη

Πηγή άρθρου: Pronews.gr