Το διπλό «Βατερλώ» του Τσίπρα που ανατρέπει τους εκλογικούς σχεδιασμούς

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήξερε εξαρχής ότι η επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα της απλής εξόδου από τα μνημόνια ήταν πεπερασμένη, ιδίως από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η επιτροπεία θα συνεχιζόταν, όπως και η σκληρή λιτότητα.

Ακόμη και η εξασφάλιση ότι δεν θα μειωθούν οι «παλιές» συντάξεις (γιατί οι νέες είναι ούτως ή άλλως μειωμένες) προέκυψε μέσα από περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις και την ακύρωση άλλων παροχών.

Γι’ αυτό το λόγο και από νωρίς η κυβέρνηση είχε επιλέξει να προβάλει και τις θεσμικές τομές που θα έκανε, για να μπορέσει να δείξει ότι όντως προχωρά σε «ανατροπές» και αλλάζει τη χώρα. Άλλωστε, οι θεσμικές αλλαγές υποτίθεται ότι αποτελούν την αφετηρία και για μια άλλη κοινωνική και οικονομική πολιτική.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση αποφάσισε να πάρει δύο μείζονες πολιτικές και θεσμικές πρωτοβουλίες.

Η πρώτη ήταν να προχωρήσει τελικά στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, έστω και εάν λίγα πράγματα είχαν γίνει από τη διαδικασία διαλόγου που είχε εξαγγείλει, ακριβώς γιατί η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να δείξει ότι προχωρά στον εκδημοκρατισμό και στην κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η δεύτερη ήταν να προχωρήσει σε μια συμφωνία με την Εκκλησία της Ελλάδος για αλλαγές στον τρόπο μισθοδοσίας των κληρικών και για από κοινού διαχείριση της περιουσίας ανάμεσα σε Δημόσιο και Εκκλησία, κίνηση ενταγμένη στο γενικότερο στόχο του «χωρισμού Εκκλησίας και κράτους».

Όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς με βάση τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης…

Ο υποβιβασμός της συνταγματικής αναθεώρησης σε κομματική πρωτοβουλία

Η πρώτη αποτυχία της κυβέρνησης ήταν ότι δεν κατάφερε τελικά να πείσει ούτε την αντιπολίτευση ούτε την κοινωνία ότι όντως ανοίγει την κουβέντα για τη συνταγματική αναθεώρηση και δεν παίρνει απλώς μια κομματική πρωτοβουλία.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εμφανώς γραμμένη με απεύθυνση σε ένα στενό κομματικό ακροατήριο, με προτάσεις χωρίς τεκμηρίωση για το πώς θα εφαρμοστούν, όπως π.χ. αυτή για τα δημοψηφίσματα, ή με συμβολισμούς χωρίς αντίκρισμα, όπως π.χ. η αναγόρευση του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος σε «κοινωνικά αγαθά» την ίδια ώρα που έχει παγιωθεί η ιδιωτικοποίηση των βασικών υποδομών.

Κυρίως, όμως, ο τρόπος της μεθόδευσης, η απουσία έγκαιρης έναρξης του διαλόγου, η άρνηση να εξεταστούν και άλλες διατάξεις που θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν, η συνειδητή ουσιαστικά προσπάθεια οι διατάξεις προς αναθεώρηση να περάσουν με απλή πλειοψηφία ώστε στην επόμενη Βουλή να εξακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει ρυθμιστικό ρόλο εάν πρόκειται να γίνει όντως κάποια αναθεώρηση, όλα αυτά έκαναν σαφές και προς τα υπόλοιπα κόμματα και προς την κοινωνία ότι είναι μια αμιγώς κομματική πρωτοβουλία.

Έγινε σαφές ότι δεν είναι μια κίνηση που αποβλέπει στην πραγματική βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό του Συντάγματος αλλά απλώς και μόνο στο να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει στην επικοινωνιακή φαρέτρα του βέλη για την προεκλογική εκστρατεία.

Με αυτό τον τρόπο, όμως, ευτελίζεται ουσιαστικά, μέσω της κομματικής εργαλειοποίησής της, μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία είναι σχεδιασμένη κατεξοχήν για να στηρίζεται πάνω σε πλατιές συναινέσεις και όχι πάνω σε ευκαιριακές αμιγώς κομματικές επιδιώξεις.

Αυτό φάνηκε και στη συζήτηση στη Βουλή, αλλά και στην αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να μπορέσει να έχει άμεσα οφέλη ή τροποποίηση του πολιτικού κλίματος από την πρωτοβουλία να ανοίξει έτσι το ζήτημα της αναθεώρησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπαράθεση στη Βουλή μικρή σχέση είχε με τα πραγματικά επίδικα της αναθεώρησης και περισσότερο ήταν, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, μια αμιγώς προεκλογική συζήτηση.

Η ρήξη με τον κλήρο

Η άλλη πολιτική πρωτοβουλία φαινομενικά ξεκίνησε με πολύ μεγαλύτερες προοπτικές. Η κοινή εμφάνιση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου και η ανακοίνωση κοινής συμφωνίας, αποτέλεσε μια πολιτική έκπληξη, καθώς φαινόταν ως ο ΣΥΡΙΖΑ να κατόρθωνε να πετυχαίνει συμφωνία με την Εκκλησία και να διεκδικεί ένα ρόλο, αυτό του κόμματος που μπορεί να εκπροσωπήσει θεσμικά τα συμφέροντα της Εκκλησίας που παραδοσιακά διεκδίκησε η Κεντροδεξιά.

Ωστόσο, πολύ σύντομα φάνηκε ότι η πρωτοβουλία αυτή δεν ήταν αυτή που φαινόταν. Αντιπροσώπευε τη σύγκλιση της κυβέρνησης με ένα τμήμα μόνο της Εκκλησίας που δεν ήταν, όπως φάνηκε, πλειοψηφικό.

Η μεγάλη αντίδραση πρώτα και κύρια του κατώτερου κλήρου, που είδε στη συμφωνία τον κίνδυνο της εργασιακής επισφάλειας, αλλά και αρκετών ιεραρχών, όπως και οι αντιρρήσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, γρήγορα κατέστησαν τη συμφωνία Τσίπρα-Ιερώνυμου κενό γράμμα, με αποκορύφωμα την ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι διατηρεί το δικαίωμα να νομοθετήσει «μονομερώς» όμως είναι σαφές ότι δύσκολα μπορεί σε αυτό το κλίμα να πάρει πρωτοβουλίες που θα παρέπεμπαν σε ρήξη Εκκλησίας και κράτους και μάλιστα σε μια κρίσιμη προεκλογική περίοδο όπου ο ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε θα ήταν η υπόνοια ότι είναι «πολέμιος της Ορθοδοξίας».

Η κυβερνητική αμηχανία και τα αμείλικτα ερωτήματα για το παρακάτω

Η αποτυχία των κυβερνητικών πρωτοβουλιών, θέτει εν αμφιβόλω τον κυβερνητικό σχεδιασμό για διατήρηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων στην προεκλογική περίοδο.

Τα γεγονότα απέδειξαν ότι δεν είναι πάντα τόσο αυτονόητο ότι η κυβέρνηση θα μπορεί να ορίζει την ατζέντα. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι κρίσιμες πλευρές της κυβερνητικής ατζέντας δεν περνούν εύκολα προς τα κάτω, ούτε πρόκειται τόσο εύκολα να υλοποιηθούν.

Αυτό διαμορφώνει την εικόνα μιας κυβέρνησης αρκετά στριμωγμένης όπου θα μείνει μόνο με τον όποιο θετικό αντίκτυπο θα έχει η μη μείωση των συντάξεων, την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα της οποίας την έχει ήδη προεξοφλήσει, την ίδια ώρα που η μόνη μεγάλη πρωτοβουλία που θα ολοκληρώσει η κυβέρνηση, που είναι με βάση όλες τις ενδείξεις η έγκριση και από την ελληνική Βουλή της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχει αποδειχτεί κατεξοχήν διαιρετική και παράγοντας πολιτικού κόστους.

Όλα αυτά απλώς φέρνουν την κυβέρνηση στη θέση ακριβώς που ήθελε να αποφύγει, δηλαδή να πάει στις εκλογές όχι με τον αέρα πρωτοβουλιών που θα κοιτούν στο μέλλον και θα δίνουν την εντύπωση ότι «τα πράγματα αλλάζουν», αλλά κυρίως με βάση τον απολογισμό του πραγματικού έργου της.

Μόνο που το έργο της κυβέρνησης κυρίως ήταν η πιστή εφαρμογή ενός μνημονίου, πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων που δύσκολα μπορούν να παρουσιαστούν ως τμήμα μιας «αριστερής στρατηγικής», όπως και η φαινομενικά παράδοξη διαπίστωση ότι μια «αριστερή κυβέρνηση» μπόρεσε να συνεργαστεί πιο αποτελεσματικά με τους δανειστές από ό,τι τα υποτιθέμενα «συστημικά» και «μνημονιακά» κόμματα. Και  αυτό δύσκολα μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας προεκλογικής εκστρατείας.

Πηγή: in.gr