Στέφανος Δάνδολος: Ο μόνος ρόλος που ζήλευα πάντα είναι αυτός του καλού πατέρα

Χρόνος ανάγνωσης: 5 λεπτά

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Ιστορία χωρίς όνομα» κάναμε μια κουβέντα με τον συγγραφέα, και φίλο δημοσιογράφο, Στέφανο Δάνδολο…
Ήμουν παντρεμένη, ανήκα στον άντρα που έδωσαν, που δεν τον αγάπησα ποτέ, μα που με βαστούσε σαν κτήμα του νόμιμο […] Κι αυτή η υποδουλωμένη αγάπησε d’ une grande passion ένα αγόρι που με συμπλήρωνε, που μου φώτισε τη σταχτιά, την άχρωμη, τη βαρετή ζωή μου…                                                                 

Π.Σ.Δέλτα, Αναμνήσεις 1940

Σ’ αυτές τις γραμμές της Πηνελόπης Δέλτα, μπορείς να πεις ότι βρίσκεται η καρδιά του καινούργιου μυθιστορήματος του Στέφανου Δάνδολου: Ιστορία χωρίς όνομα (Εκδόσεις Ψυχογιός).

Ακάματος ως ρεπόρτερ, έτσι τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’90, συγγραφέας φτασμένος πια ψάχνει πάντα και συγκεντρώνει υλικό για να δουλέψει μετά τις ιστορίες του.

Έτσι γεννήθηκε αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Κάνοντας έρευνα για το προηγούμενο μυθιστόρημά του («Όταν θα δεις τη θάλασσα»). Με έναν τρόπο… λες και η μάλλον πιο διάσημη, και σίγουρα από τις πιο επιδραστικές, Ελληνίδες συγγραφείς, η Πηνελόπη Δέλτα «ήθελε» να ακουστεί κι αυτή η πλευρά της ιστορίας της.

Είναι οδυνηρό να ακούς έναν άνθρωπο να λέει «ανήκα».
Ο Δάνδολος μέσα από το μυθιστόρημά του μας δείχνει πώς η Δέλτα υπέφερε «ανήκοντας» ως πράγμα σε κάποιον ενώ η καρδιά της χτύπαγε για έναν άλλον.

Ο τρόπος που χρησιμοποιεί το αρχειακό υλικό της πλούσιας έρευνάς του και μπολιάζει με αυτό την δική του αφήγηση είναι πραγματικά αριστοτεχνικός και μας παραδίδει μια ηρωίδα που ενώ φαίνεται υποταγμένη στην μοίρα που ορίζει ο πατέρας, ο αδελφός, ο σύζυγος, εν τέλει η ίδια η εποχή που ζει, είναι συγχρόνως μια δυναμική επαναστάτρια. Το μέγεθος της ελευθερίας που πάντα τη διαπότιζε είναι και ο πυρήνας της μετέπειτα συγγραφικής της έκρηξης.

Το βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου είναι μια μοναδική αφορμή για να ξαναπεριδιαβούμε σε παιδικά και νεανικά αναγνώσματα έχοντας όμως στο μυαλό μας και την εικόνα του χαρακτήρα αυτής της σπουδαίας Ελληνίδας.

Εγώ σταματώ ή μάλλον αρχίζω τις ερωτήσεις στον αγαπητό μου φίλο για να μας πει ο ίδιος ενδιαφέρουσες «ιστορίες» με αφορμή το βιβλίο του και όχι μόνο.

Δημοσιογράφος ή συγγραφέας; Πού είσαι πιο πολύ ο πραγματικός Στέφανος;

 Η δημοσιογραφική ταυτότητα δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Ειδικά αν έχεις ασκήσει το επάγγελμα για τριάντα χρόνια, όπως εγώ. Όμως θα έλεγα ότι πλέον υπερισχύει η συγγραφική υπόσταση. Αισθάνομαι πιο πολύ συγγραφέας απ’ ό,τι δημοσιογράφος και επίσης ο κόσμος με αναγνωρίζει πια περισσότερο ως συγγραφέα απ’ ό,τι ως δημοσιογράφο. Παρ’ όλα αυτά, την δημοσιογραφία την αγαπώ όσο την αγαπούσα και στα πρώτα μου βήματα.

 Πιστεύω ότι σε διάφορες φάσεις της ζωής μας παίζουμε ρόλους. Και το “παίζουμε” δεν εμπεριέχει το στοιχείο της ψευτιάς. Είμαστε οι ρόλοι μας. Ποιον “ρόλο” επιλέγεις, και ποιον “ρόλο” ζηλεύεις;

 Ο μόνος ρόλος που ζήλευα πάντα είναι αυτός του καλού πατέρα, του γονιού που είναι παρών, που συμμετέχει, που βάζει την οικογένειά του πάνω απ’ όλα. Είναι ένας ρόλος που τελικά ήρθε στη ζωή μου σχετικά αργά –ήμουν σαράντα τριών όταν γεννήθηκε ο γιος μου- αλλά το γεγονός ότι ήρθε αποτελεί τη μεγαλύτερη ευλογία και τύχη που θα μπορούσα να έχω. Αυτόν το ρόλο έχω επιλέξει και τον υπηρετώ συνειδητά, ακολουθώντας την παράδοση του δικού μου πατέρα.

 Η Πηνελόπη Δέλτα, η ηρωίδα του πιο πρόσφατου σου βιβλίου, πιστεύεις ότι έχει την αναγνώριση που της αξίζει ή μήπως έχει μείνει ξεχασμένη, σε ένα ψηλό ράφι “διασημοτήτων” μιας άλλης εποχής;

 Φυσικά και έχει την αναγνώριση που της αξίζει. Τα έργα της περνούν από γενιά σε γενιά και παραμένουν δημοφιλή και αξιαγάπητα. Είναι ίσως η μόνη συγγραφέας του καιρού της που διαβάζεται και σήμερα.

 Επειδή φαίνεται ότι η Ιστορία ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον συγγραφέα-Δάνδολο, πιστεύεις ότι τα παιδιά, μικρότερα και μεγαλύτερα μαθαίνουν να αγαπάνε και να “ψαχουλεύουν” την ιστορία μας ή κάτι λείπει στον τομέα αυτό;

 Ο γιος μου δεν είναι ούτε πέντε ετών και τις προάλλες άκουσε στο σχολείο μια ιστορία για τον Παρθενώνα, οπότε τις τελευταίες μέρες η αγαπημένη μας στιγμή της ημέρας είναι να μιλάμε για τους αρχαίους ναούς, για την παλιά Αθήνα, για τα μεγάλα επιτεύγματα της αρχαιότητας. Με ρωτάει πράγματα για τα οποία δεν έχω ιδέα και πρέπει ψάξω την ίδια στιγμή για να του δώσω μια απάντηση που θα είναι στοιχειωδώς σωστή. Τι θέλω να πω με αυτό; Ότι τα παιδιά που δέχονται τις αντίστοιχες επιρροές από το περιβάλλον τους μαθαίνουν να αγαπάνε την Ιστορία και ναι, την «ψαχουλεύουν», βρίσκοντας εκεί μικρότερες ιστορίες που κάνουν τη φαντασία τους να ανθίσει. Δεν τρέφω αυταπάτες ότι αυτό συμβαίνει κατά κόρον στην ελληνική κοινωνία, αλλά θεωρώ ότι με λίγη ενθάρρυνση κάθε παιδί θα έβρισκε στην Ιστορία ένα είδος παραμυθιού που θα γοητεύσει την περιέργειά του.

 Παραμένοντας σε αφορμές από το βιβλίο, πόσο η ελληνική οικογένεια μπορεί σήμερα να καταπιέσει ένα μέλος της – φτάνοντας στο σημείο να κλείσει κάποιον σε σανατόριο;

 Οι εποχές έχουν αλλάξει δραματικά. Μια παντρεμένη γυναίκα 34 ετών το 1908, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, είχε άλλη μεταχείριση από μια τριαντατετράχρονη παντρεμένη γυναίκα της εποχής μας. Σήμερα ένας γάμος μπορεί να διαλυθεί στο άψε-σβήσε, εντελώς αναίμακτα, δίχως την παραμικρή επιπλοκή. Δεν ίσχυε το ίδιο τότε.

 Αγάπη για τα παδιά ή παθιασμένος έρωτας. Ποιος βγαίνει νικητής;

Είναι θέμα χαρακτήρα. Όταν υπάρχουν παιδιά, οι πραγματικοί ήρωες είναι εκείνοι που θυσιάζουν τα θέλω τους για τα πρέπει. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι στην εποχή μας υπερισχύουν τα θέλω.

 Ως νέος πατέρας, έχεις αισθανθεί ότι “θυσιάζεις” κομμάτια ελευθερίας σε σημείο πνιγμού από το γεγονός ότι έχεις την ευθύνη κάποιου;

 Όχι σε σημείο πνιγμού, γιατί όπως είπα και πριν ο ρόλος του πατέρα είναι ό,τι πιο όμορφο μπορούσε να μου τύχει. Έχω φυσικά αισθανθεί ότι θυσιάζω ένα μέρος της ελευθερίας μου, γιατί αυτό συμβαίνει όταν γίνεσαι γονιός, όλα περιστρέφονται γύρω από το παιδί. Δεν με ενοχλεί όμως. Το αποδέχομαι με όλη τη χαρά του κόσμου. Προτιμώ να είμαι λιγότερο ελεύθερος και πατέρας του Πάνου, απ’ ό,τι ελεύθερος ανά πάσα στιγμή της ημέρας.

 Με αφορμή την άλλη σου ιδιότητα: διδάσκεις σε σχολή δημοσιογράφιας, ποιο θεωρείς απολύτως απαραίτητο προσόν για έναν δημοσιογράφο σήμερα;

 Την βαθύτερη προσωπική κουλτούρα. Δημοσιογράφος μπορεί να γίνει ο καθένας. Καλός δημοσιογράφος όμως μπορεί να γίνει μόνο αυτός που έχει μια ώριμη άποψη για όσα συμβαίνουν γύρω του, και αυτό προϋποθέτει ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον που προκύπτει από τις γνώσεις. Γνώσεις για την κοινωνία, τον αθλητισμό, τις τέχνες. Όλα αυτά πρέπει να τα έχει μέσα του από την περίοδο της εφηβείας. Μόνο έτσι θα ξεχωρίσει από τον σωρό.

 Αντιστοίχως, το απολύτως απαραίτητο προσόν για έναν συγγραφέα ποιο είναι;

Η έλλειψη δογματισμού και το πάθος της ανάγνωσης. Το πρώτο σε βοηθάει να αλλάζεις, να εξελίσσεσαι. Το δεύτερο σε προστατεύει από τον εγκλεισμό σε έναν αυτάρεσκο και αδιέξοδο μικρόκοσμο.

 Οι σχολές δημιουργικής γραφής, που ανθούν τα τελευταία χρόνια τι προσφέρουν σε έναν νέο συγγραφέα;

 Αν είναι σοβαρές, ένα όχημα να ανακαλύψει κείμενα και δημιουργούς που δεν γνώριζε, και ένα φόρουμ συζητήσεων που ίσως τον βοηθήσει να απεμπλακεί από τα όποια διλήμματα.

 Όταν γράφεις ένα βιβλίο, διαβάζεις παραλληλα κάτι άλλο, τι κάνεις για να ξεκουράσεις το μυαλό σου;

 Αυτό είναι μια μεγάλη πληγή της διαδικασίας, ειδικά όταν κρατάει χρόνια. Συνήθως δεν μπορώ να διαβάσω, και αυτό με στεναχωρεί πολύ. Πρώτον, έχει αρχίσει και με κουράζει τρομερά το γράψιμο, οπότε και να ορέγομαι κάτι δεν έχω τις δυνάμεις. Δεύτερον, υπάρχει ο κίνδυνος, κάτι που θα μου αρέσει, να διαταρράξει υποσυνείδητα το γράψιμό μου. Οπότε προσεγγίζω τα κείμενα με σύνεση και προσοχή, και διαβάζω όσο αντέχω. Όχι, θα έλεγα ότι ο μόνος τρόπος για να ξεκουράζω το μυαλό μου είναι η μουσική. Είμαι παλιάς κοπής, ακόμα ακούω άλμπουμ από την αρχή ως το τέλος, οπότε μια από τις αγαπημένες μου μπάντες μπορεί να αφαιρέσει όλη την ένταση από το κεφάλι μου.

 Ποιο βιβλίο διάβασες και σου μπήκε το μικρόβιο της συγγραφής;

 Δεν είναι ένα. Από την Πηνελόπη Δέλτα ως τον Καζαντζάκη και από τον Ιούλιο Βερν ως τον Τζακ Λόντον, η εφηβεία μου έχει να επιδείξει ερεθίσματα που με στιγμάτισαν και με καθόρισαν.

 Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτόν τον καιρό;

 Ένα παλιότερο Πούλιντζερ, το «Όνειρα και αυταπάτες στο Εμπάιαρ Φολς» του Ρίτσαρντ Ρούσσο. Δηλώνω διαχρονικός λάτρης της αμερικανικής λογοτεχνίας και το συγκεκριμένο έργο είναι μια εξαιρετική σπουδή της κλειστής κοινωνίας ενός τόπου, μια τοιχογραφία του σύγχρονου τρόπου ζωής.

 Φοβάσαι; Είχες φόβους ως παιδί ή ως έφηβος που σε ακολουθούν ακόμη και πώς τους κάνεις πέρα;

 Ο πιο αστείος και παράλογος φόβος που είχα πάντοτε είναι τα φίδια, και σου μιλάει κάποιος που δεν έχει δει ποτέ φίδι από κοντά. Είναι ένας φόβος, σαν νεύρωση μάλλον, που δεν απέβαλλα ποτέ μου. Αν φοβάμαι κατά τα άλλα;

Ναι, αν είσαι γονιός δεν μπορείς να μην φοβάσαι. Φοβάμαι για χίλια πράγματα που μπορεί να σου συμβούν από τη μια μέρα στην άλλη. Γι’ αυτό και θεωρώ πως ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε είναι η υγεία μας. Όλα τα άλλα αντιμετωπίζονται.
 Πώς ονειρεύεσαι τη ζωή σου σε δέκα χρόνια;

 Θα ήθελα να στέκομαι γερά στα πόδια μου, όπως τώρα, και να περιβάλλομαι από τους ανθρώπους που αγαπώ. Να έχω κοντά μου τον γιο μου, τη γυναίκα μου, τον πατέρα μου, τα ανίψια μου, τον αδελφό μου, όλη την οικογένεια. Αυτό είναι το πιο όμορφο όνειρο.
Πηγή

Πηγή άρθρου: tro-ma-ktiko.blogspot.gr