Σοφία Νικολαΐδου: «Πυρήνας της λογοτεχνίας είναι η αφήγηση μιας ιστορίας που συνεπαίρνει»

«Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων», αναφέρει η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Στο τέλος νικάω εγώ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Από τη Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου ως τα capital control, η συγγραφέας μας αφηγείται με τον πιο κατάλληλο τρόπο, την ιστορία που γράφεται από τους ανθρώπους που βιώνουν τα εκάστοτε πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά γεγονότα της εποχής τους, φτάνοντας στο σήμερα.

Η Σοφία Νικολαΐδου έχει πραγματοποιήσει προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στην κλασική φιλολογία, ενώ η διδακτορική της διατριβή έχει ως θέμα την αξιοποίηση των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας.Έχει διδάξει δημιουργική γραφή στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (από την ίδρυσή του το 2008-2013), στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (από την ίδρυσή του το 2015 κ.ε.), στο Εργαστήρι Βιβλίου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (2010-2012), σε σεμινάρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (2002 κ.ε.), στο Οξυγόνο και τον Πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο (2013 κ.ε.) κ.α.Επίσης, έχει διδάξει το μάθημα της Λογοτεχνίας στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Κ.Θ.Β.Ε. (2001-2004).

Από το 1992 εργάζεται ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.  Έχει εκδώσει περίπου δεκαπέντε βιβλία, ενώ παράλληλα έχει συμμετάσχει σε είκοσι ελληνόγλωσσες και οκτώ ξενόγλωσσες ανθολογίες λογοτεχνικών κειμένων. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί σε οκτώ γλώσσες. Το “Χορεύουν οι ελέφαντες” κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και τον αγγλόφωνο κόσμο το 2015 (The Scapegoat, Melville House). Το “Απόψε δεν έχουμε φίλους” κυκλοφόρησε και στα εβραϊκά (Keter publishing house). Επίσης, αρθρογραφεί σε έντυπα ως κριτικός βιβλίου με αντικείμενο την ξένη λογοτεχνία, ενώ στο παρελθόν έγραψε το σενάριο για μία τηλεταινία που προβλήθηκε στην ΕΤ3, αλλά και για την ταινία μεγάλου μήκους”Παρέες” σε συνεργασία με το σκηνοθέτη Σωτήρη Γκορίτσα.

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Στο τέλος νικάω εγώ», συζητήσαμε με τη συγγραφέα Σοφία Νικολαΐδου για την ιστορία του χθες και του σήμερα, τη λογοτεχνία στα σχολεία, τη δημιουργική γραφή, αλλά και αυτή τη γοητεία της αφήγησης, που παρασέρνει συγγραφείς και αναγνώστες σε ένα νέο ταξίδι στη λογοτεχνία.

Συνέντευξη της συγγραφέως Σοφίας Νικολαΐδου στη Ράνια Παπαδοπούλου

-Τι σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο «Στο τέλος νικάω εγώ»;
Σ.Ν.:
Το μυθιστόρημα «Στο τέλος νικάω εγώ» παίρνει τον τίτλο του από τη φράση ενός κουτσού ήρωα του βιβλίου, του Γιωργάκη. Του ζαχαροπλάστη που κάνει την καλύτερη κρέμα στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Την επομένη της πυρκαγιάς, ο Γιωργάκης στήνει στα καμένα ένα κασόνι και πουλάει τρεις κρέμες (τόσο γάλα βρήκε, τόσες κατάφερε να φτιάξει) κι ένα λεμόνι. Βοηθάει και τους άλλους καταστηματάρχες να στήσουν τους πάγκους τους. Η φράση-μότο του Γιωργάκη είναι η φράση του τίτλου. Ίσως αυτή, ανάμεσα σε άλλα, μου έδωσε συγγραφικά καύσιμα. Αντιγράφω από το αυτί του βιβλίου:
«Χθες ο Γιωργάκης μού αποκάλυψε πως, όταν ήταν μικρός, τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν. Χαλούσαν τα λουλούδια που έπλαθε με τη λάσπη.
Έκλαιγες; τον ρώτησα.
Όχι, μου είπε, τι παράξενη ερώτηση.
Πήγαινα σπίτι κι έπινα νερό. Η μάνα μου έλεγε πως είναι φάρμακο.
Ξάπλωνα, έκλεινα τα μάτια κι έφτιαχνα μέσα στο κεφάλι μου τα πράγματα όπως ήθελα. Δεν καταλάβαινα και του ζήτησα εξηγήσεις.
Να, δηλαδή έφτιαχνα τη συνέχεια στο μυαλό μου. Στο τέλος νικούσα εγώ.
Και τώρα το ίδιο κάνω, είπε και μου έδειξε τον πάγκο του. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι πως φτιάχνω το μαγαζί, όλο από την αρχή. Κι είναι καλύτερο από πριν. Με έξι μεγάλα ράφια στη βιτρίνα, κρεμαστούς πολυέλαιους και σκαλιστά ασημένια κουτάλια.
Στο τέλος νικάω εγώ».

-«Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αλλά ομοιοκαταληκτεί» αναφέρει ο Τουέιν σε ένα γνωμικό του που συναντάμε στην αρχή του βιβλίου σας. Κατά ποιον τρόπο συμβαίνει αυτό στους ήρωες του βιβλίου;
Σ.Ν.:
Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε δύο εποχές, οι οποίες, καθώς προχωρεί η αφήγηση, αντικρίζονται και συνδέονται: από τη μια, η εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού, κι από την άλλη, έναν αιώνα μετά, η κρίση, το ερώτημα «να μείνω ή να φύγω;» που ταλανίζει τους νέους ήρωες. Η φόρα και η δύναμη των νιάτων τους είναι μια ανάσα δροσιάς μέσα στον βάλτο μιας (κρατικής) μηχανής που δουλεύει με σκάνδαλα και ρεμούλες. Η Ιστορία, πράγματι, δεν επαναλαμβάνεται. Καθώς όμως η  αφήγηση ξεδιπλώνεται και παρακολουθούμε τις ζωές των ηρώων στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα (1914-2017), βλέπουμε πως κάποια πράγματα παραμένουν τα ίδια, γιατί κληρονομούνται παλιές αμαρτίες, κάποια όμως αλλάζουν, γιατί αλλάζουν οι άνθρωποι και οι συνθήκες γύρω τους. Όσο καλύτερα γνωρίζει κανείς το τι προηγήθηκε, τόσο πιο βαθιά κατανοεί την κίνηση των πραγμάτων.

-Επίσης γράφετε ότι «Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων». Πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία και ποιοι να τη γράφουν;
Σ.Ν.:
Αυτό που θα πω δεν είναι κάτι πρωτότυπο, έχει συζητηθεί πολύ: πέρα από τη μακροϊστορία, τα μεγάλα γεγονότα -ή μάλλον πλάι σ’ αυτήν- υπάρχει και η μικροϊστορία: οι ζωές των ανθρώπων που ζουν την Ιστορία στο πετσί τους. Καμιά φορά, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς το πώς αυτές οι ιστορίες των ανθρώπων (με το γιώτα μικρό) σχηματίζουν το παζλ που μας δίνει τη μεγάλη εικόνα, την Ιστορία (με το γιώτα κεφαλαίο). Τα σχολικά βιβλία ασχολούνται, κατά κύριο λόγο, με τα μεγάλα γεγονότα. Η λογοτεχνία, από την άλλη, σκύβει στις μικρές στιγμές. Αυτό όμως δεν έκανε πάντα η τέχνη; Γι’ αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την ανθρώπινη κατάσταση.

-Από τη Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου ως τα capital control, ποια γεγονότα ήταν πιο κρίσιμα και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τους ήρωές σας;
Σ.Ν.:
Ο Εθνικός Διχασμός από τη μια: ήταν η εποχή που η Ελλάδα κόπηκε στα δύο. Το κράτος των Αθηνών στον νότο και το κράτος της Θεσσαλονίκης στον βορρά. Ήταν μια εποχή που δεν σήκωνε ουδετερότητες, έπρεπε να διαλέξεις πλευρά. Και καθώς η ιστορία ξετυλίγεται, το χθες εκβάλλει δυναμικά και διαμορφώνει το σήμερα: τα υπερσπουδαγμένα παιδιά μετατρέπονται γρήγορα κι εύκολα σε ακαδημαϊκό προλεταριάτο. Η κρίση, το δημοψήφισμα, το brain drain. Τα προγράμματα ΕΣΠΑ (και τα σκάνδαλα που τα συνοδεύουν) φέρνουν τους ήρωες αντιμέτωπους με το «έτσι γίνονται αυτά», με τους άλλους και με τον εαυτό τους.

-Εργάζεστε ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση πάνω από είκοσι χρόνια. Πώς προσπαθείτε να προσεγγίσετε τους μαθητές έτσι ώστε να αγαπήσουν τη λογοτεχνία πέρα από τα όρια που θέτει το εκπαιδευτικό μας σύστημα;
Σ.Ν.:
Εργάζομαι στην εκπαίδευση είκοσι έξι συναπτά έτη. Όσο περνούν τα χρόνια, καταλήγω σε απλές αλήθειες. Κι έχω την εντύπωση πως οι συνάδελφοι που περνούν τη μέρα τους στην αρένα της τάξης, το ξέρουν καλά: αν αγαπάς κάτι, το διδάσκεις με κέφι. Αν διαβάζεις λογοτεχνία, αν η λογοτεχνία είναι μέρος της δικής σου ζωής, τότε θα βρεις τους τρόπους που ταιριάζουν σε σένα και στην τάξη σου, για να την κάνεις μέρος όχι μονάχα της διδασκαλίας αλλά κυρίως της καθημερινότητας των παιδιών. Άλλος το καταφέρνει μέσω της δραματοποίησης και του θεάτρου, άλλος μέσα από τη δημιουργική γραφή, άλλος μέσα από τη μουσική κ.ο.κ. Οι άνθρωποι, από τις απαρχές του πολιτισμού, από τις σπηλιές ακόμη, αφηγούμασταν κι ακούγαμε ιστορίες. Αυτός είναι ο πυρήνας της λογοτεχνίας. Η αφήγηση μιας ιστορίας που συνεπαίρνει. Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε αυτό;

-Παράλληλα, έχετε διδάξει και δημιουργική γραφή σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Η δημιουργική γραφή διδάσκεται ή είναι κάτι που εναπόκειται στο βίωμα του γράφοντος;
Σ.Ν.:
Η δημιουργική γραφή μπορεί να παρουσιάζεται ως κάτι καινοφανές στην Ελλάδα (τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχει γίνει σχεδόν «μόδα»), όμως στον αγγλοσαξωνικό χώρο -και αλλού- μετράει πάνω από έναν αιώνα διδασκαλίας. Όπως στη μουσική, στον χορό, στη ζωγραφική, θεωρούμε πως κάτι έχει να μάθει κανείς από τη διδασκαλία και την άσκηση, το ίδιο και στη συγγραφή. Για πολλούς αιώνες οι επίδοξοι συγγραφείς μαθήτευαν στη γραφή μέσω της ανάγνωσης: μελετούσαν τους μεγάλους μάστορες. Το ταλέντο είναι, φυσικά, προϋπόθεση. Όμως έχει χαμηλό ταβάνι. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο σχολείο: η εξυπνάδα δεν αρκεί. Χρειάζεται μελέτη και συστηματική δουλειά. Αυτό χαρίζει η δημιουργική γραφή.

-Εσάς, τι ήταν αυτό που σας μάγεψε ώστε να αφιερώσετε ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας στη λογοτεχνία;
Σ.Ν.:
Η γοητεία της αφήγησης. Το παιχνίδι της γλώσσας. Εκείνο το παιδικό «πες μου ένα παραμύθι, για να κοιμηθώ».

-Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Σ.Ν.:
Κρατάω σημειώσεις και σκέφτομαι το επόμενο βιβλίο.

 

Ράνια Παπαδοπούλου
Σοφία Νικολαΐδου
Στο τέλος νικάω εγώ
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πηγή άρθρου: Alfavita.gr