Κωνσταντίνος Πάσσαρης: Ο πιο σκληρός Έλληνας κακοποιός που ορκίζεται ότι έχει αλλάξει

Χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά

Όνειρό του ήταν να γίνει καπετάνιος. Αντί αυτού, κατέληξε να θεωρείται ο πιο επικίνδυνος κακοποιός της Ελλάδας που δεν θα δίσταζε να σκοτώσει ακόμα και για ένα «στραβό κοίταγμα».

«Γνωρίζω ότι το να πεθάνω ή να μπω στη φυλακή με ισόβια έχει να κάνει με τον λογικό υπολογισμό των πιθανοτήτων». Και δεν έπεφτε έξω.

Ο Κώστας Πάσσαρης –ελληνικής και ρουμανικής καταγωγής- θα κατέληγε έγκλειστος σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, έχοντας στο ενεργητικό του δεκάδες τραμπουκισμούς, ληστείες μετά φόνου, διαρρήξεις και ανθρωποκτονίες από πρόθεση.

Ήδη από την ηλικία των 15 ετών η παραβατική του συμπεριφορά προμήνυε ότι ο μεγαλόσωμος νεαρός με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια θα απασχολούσε τις Αρχές για πολύ καιρό. Κανείς, ωστόσο, δεν γνώριζε τότε πως είχε μπροστά του τον άνδρα που σε μερικά χρόνια θα γινόταν ο φόβος και ο τρόμος των Ελλήνων πολιτών.

Η δράση του μέχρι το 1995 περιελάμβανε κυρίως κλοπές και ληστείες, ενώ είχε ήδη εκτίσει ποινές στο αναμορφωτήριο για την τάση του να αρπάζει ό,τι θεωρούσε πως μπορεί να γίνει δικό του.

Για κλοπές κατηγορήθηκε ακόμα και κατά τη στρατιωτική του θητεία στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού στην Κομοτηνή με αποτέλεσμα να περάσει Στρατοδικείο και να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης στις στρατιωτικές φυλακές της Αυλώνας. Ούτε αυτό κατάφερε να τον σταματήσει.

Η απόδρασή του αποτέλεσε γρήγορα γεγονός –σε έναν περίπου χρόνο- με τον ίδιο να κηρύσσεται λιποτάκτης.

Η φήμη του άρχισε να μεγαλώνει. Καταζητούνταν. Και η παράνομη δράση του συνεχιζόταν.

Από ληστής, δολοφόνος

Στα τέλη του 1996 τα πράγματα σοβαρεύουν και ο Πάσσαρης ξεκινά πλέον να αντιμετωπίζεται από τις Αρχές ως «δημόσιος κίνδυνος. Οι ληστείες γρήγορα εξελίχθηκαν σε ανθρωποκτονίες, με τον δραπέτη να παρουσιάζεται από τις Αρχές και τα Μέσα ως «ο πιο επικίνδυνος κακοποιός της χώρας».

Όλα ξεκίνησαν όταν συνελήφθη έχοντας ληστέψει υπό την απειλή όπλου μια γυναίκα που πουλούσε φρούτα έξω από τον Ηλεκτρικό Σταθμό της Καλλιθέας. Η καταδίωξη που ακολούθησε τον έριξε στα χέρια της Αστυνομίας, με τον ίδιο –στα 21 του τότε χρόνια- να μη διστάζει να ανοίξει πυρ εναντίον των ανδρών της Ασφάλειας.

Δεν ήθελε απλά να ξεφύγει. Ήθελε να σκοτώσει.

Εκείνη την ημέρα, δεν τα κατάφερε. Θα του δίνονταν, όμως, κι άλλες ευκαιρίες…

Ύστερα από αυτό, οι πύλες των Αγροτικών Φυλακών Κασσάνδρας στη Χαλκιδική άνοιξαν για εκείνον. Αυτό που δεν γνώριζε η Αστυνομία, ήταν πως η παραμονή του εκεί θα τον έκανε πολύ χειρότερο. Τόσο από άποψη θυμού προς τους αστυνομικούς όσο και από άποψη γνωριμιών με άλλα επικίνδυνα κακοποιά στοιχεία που βρήκαν στο πρόσωπο του Πάσσαρη έναν «κολλητό» έτοιμο για όλα.

Οι ρουμανικές του ρίζες τον είχαν φέρει γρήγορα κοντά με τον επίσης ρουμανικής καταγωγής κατάδικο Nικολάε Γκόρεα, τον οποίο ο Κωνσταντίνος γνώριζε από τα 15 του χρόνια και ο οποίος δύο περίπου χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1999, αποφυλακίστηκε και περίμενε τον φίλο του για «δουλειές» εκτός φυλακής.

Έναν μήνα αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, αφήνεται ελεύθερος και ο Πάσσαρης. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά. Τα δύο αγόρια συναντιούνται, ελεύθερα πλέον, ύστερα από μήνες κοινής κράτησης στο αναμορφωτήριο και τις φυλακές ενηλίκων.

Οι δυο τους όχι μόνο δεν είχαν συνετιστεί μα είχαν βάλει στόχο ζωής να μην ξαναπεράσουν την πόρτα των φυλακών. Με όποιο κόστος. Παρόλα αυτά, γνώριζαν καλά πως η εγκληματική τους δράση δεν θα μπορούσε να σταματήσει. Αυτό ήξεραν να κάνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Στη σπείρα τους μπαίνει ακόμα ένας ομοεθνής τους, ο Ίον Βασίλι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Ασφάλεια, από τις 31 Ιανουαρίου μέχρι και τις 17 Φεβρουαρίου του 2000 οι τρεις τους μέτρησαν πληθώρα ένοπλων ληστειών σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία,  ανταλλακτήρια συναλλάγματος και ταξιδιωτικά γραφεία του κέντρου Αθηνών. Δύο ημέρες αργότερα, ο Κώστας θα γινόταν το «θηρίο» για το οποίο έκαναν λόγο οι αστυνομικοί που είχαν κληθεί να τον αντιμετωπίσουν.

Ένα συμβάν θα τον γέμιζε με ακόμα περισσότερη οργή προς του «μπάτσους» και θα τον έκανε να ορκιστεί για εκδίκηση. Καθαρά δεν σκεφτόταν ούτως ή άλλως, αφού οι ποσότητες κοκαΐνης που κατανάλωνε σε καθημερινή βάση ήταν τεράστιες. Βρισκόταν σε συνεχή υπερδιέγερση και αισθανόταν παντοδύναμος. Δεν είχε και άδικο, αφού και οι ίδιοι οι άνδρες της Ασφάλειας ακριβώς έτσι τον αντιμετώπιζαν.

Αυτός και η συμμορία του κυκλοφορούσαν βαριά οπλισμένοι, ενώ ανάμεσα στα «αξεσουάρ» τους βρίσκονταν και αρκετές χειροβομβίδες έτοιμες να σκορπίσουν τον θάνατο.

 19 Φεβρουαρίου 2000: Πεδίο μάχης η Πλατεία Βάθης

Ένας έλεγχος ρουτίνας της ομάδας «Σίγμα» της Άμεσης Δράσης στο αυτοκίνητο που επέβαινε η σπείρα, στάθηκε αφορμή για αιματοκύλισμα. Παρότι αρχικά οι τρεις του φάνηκαν να συνεργάζονται με τους αστυνομικούς, δεν άργησαν να δείξουν τις προθέσεις τους.

Ξεκίνησαν να πυροβολούν κατά των αστυνομικών, καταφέρνοντας να τραυματίσουν δύο εξ’ αυτών στα άνω και τα κάτω άκρα, με τα αλεξίσφαιρά τους να τους σώζουν τη ζωή σαν από θαύμα. Ο Ίον Βασίλι δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός και «έσβησε» χτυπημένος από τα πυρά του νόμου.

Πάσσαρης και Γκόρεα καταφέρνουν να διαφύγουν μετά τη συμπλοκή, τελικά όμως δεν γλιτώνουν τη σύλληψη. Αμέσως μετά, ο Πάσσαρης τηλεφωνεί στον ραδιοφωνικό σταθμό ALPHA, ανακοινώνοντας αντίποινα. «Θα σκοτώσω τρεις αστυνομικούς», είπε κατά λέξη.

Τρεις ημέρες αργότερα, ο ίδιος συλλαμβάνεται σε μπαρ της Πλατείας Αμερικής – φορώντας καπέλο και έχοντας αφήσει λίγο μούσι προκειμένου να μην αναγνωρίζεται- και ο συνεργός του πέφτει νεκρός στην Πετρούπολη από σφαίρα αστυνομικών η οποία σφηνώθηκε στο κεφάλι του, ύστερα από άρνησή του να παραδοθεί.

Είχε κάνει ληστεία σε τράπεζα της οδού Δωδεκανήσου, φορώντας αλεξίσφαιρο γιλέκο. Ήταν οπλισμένος και επικίνδυνος. Το ίδιο και ο Πάσσαρης, πάνω στον οποίο βρέθηκε μια χειροβομβίδα κι ένα γεμάτο εννιάρι το οποίο –για καλή τύχη των ανδρών της αστυνομίας- δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει.

 Το «θηρίο» ξυπνά και εκδικείται με αίμα

Η επόμενη μέρα της σύλληψής του αποδείχτηκε καταστροφική για τον ψυχισμό του. Μόλις συνειδητοποιεί πως και οι δύο συνεργοί του –εκ των οποίων ο ένας ήταν αδερφικός του φίλος-  είναι νεκροί, δεν μπορεί να ελέγξει τον θυμό του. Ορκίζεται να πάρει εκδίκηση και θέτει σε εφαρμογή το σχέδιό του.

Ένα σχέδιο που θα βύθιζε δυο οικογένειες στον πένθος και θα μετέτρεπε το Γενικό Κρατικό σε πεδίο μάχης. Το τεράστιο μένος του για τη Δικαιοσύνη χαρακτηρίστηκε ως αποτέλεσμα της χρόνιας εξάρτησής του από τα σκληρά ναρκωτικά αλλά και το σοκ που υπέστη μετά τον θάνατο των συνεργών του. Ωστόσο, ήταν σαφές πως ο χαρακτήρας του είχε διαμορφωθεί πολύ νωρίτερα.

Με πρόφαση τις κρίσεις επιληψίας, μεταφέρεται στις 08:10 το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου του 2001 στο Γενικό Κρατικό συνοδεία δύο Αρχιφυλάκων του Τμήματος Μεταγωγών και του ειδικού φρουρού του υπουργείου Δικαιοσύνης, Ανδρέα Φυσέκη, 33 ετών.

Μαζί του είχε πάρει και 100.000 δραχμές που είχε σηκώσει από τον προσωπικό του λογαριασμό μέσα στις φυλακές. Η κίνησή του δεν υποψίασε κανέναν… Και τα λάθη συνεχίστηκαν.

Αν και η εντολή μεταγωγής έκανε λόγο για έναν εξαιρετικά επικίνδυνο κρατούμενο, το προσωπικό που επιλέχθηκε για τη μεταφορά του ήταν μάλλον ακατάλληλο, αν σκεφτούμε πως επρόκειτο για δύο αστυνομικούς που ετοιμάζονταν να βγουν στη σύνταξη.

Ο λόγος για τον 49χρονο Αρχιφύλακα Διονύση Αλεβιζόπουλο –ο οποίος εκτάκτως ανέλαβε τη μεταφορά, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται- και τον 47 ετών Aθανάσιο Δρακόπουλο.

Οι δυο τους βάδιζαν στον θάνατο και δεν είχαν ιδέα. Ο Πάσσαρης, βλέπεις, δεν βγήκε άοπλος από τις φυλακές. Πριν διαμαρτυρηθεί για κρίσεις επιληψίας, είχε οργανώσει τόσο καλά το σχέδιό του μαζί με συνεργούς του εκτός φυλακών, που είχε καταφέρει να εξασφαλίσει το όπλο που θα του άνοιγε τις πόρτες για την ελευθερία.

Με το που μπαίνει στο νοσοκομείο και φορώντας χειροπέδες, πιάνει το πιστόλι,  πυροβολεί σχεδόν εξ’ επαφής τους δύο Αρχιφύλακες και τραυματίζει τον ειδικό φρουρό, καταφέρνοντας να αποδράσει.

Αλεβιζόπουλός και Δρακόπουλος κατέληξαν, ενώ ο Φυσέκης έζησε και αργότερα κατάφερε να κερδίσει αποζημίωση ύψους 100.000 ευρώ, σύμφωνα με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Δημόσιο έφερε ευθύνη για τον τραυματισμό του και ο ίδιος διεκδίκησε όσα δικαιωματικά του ανήκαν.

Σε αντίθεση με ό,τι περίμεναν οι Αρχές, μετά την αιματηρή απόδρασή του ο κακοποιός – πληγή για την ΕΛ.ΑΣ δεν σπεύδει να κρυφτεί για να εξαφανίσει τα ίχνη του. Η οργή του είναι τεράστια και συνεχίζει την παράνομη δράση με κλοπές οχημάτων, ληστείες τραπεζών και δολοφονίες που σκόρπισαν τον τρόμο στην Αθήνα.

Ανάμεσα στα θύματά του ένας υπάλληλος πρακτορείου της ΔΕΗ που ο Πάσσαρης λήστεψε, ο οποίος βρέθηκε μα μία σφαίρα καρφωμένη στον δεξιό του πνεύμονα και η 22χρονη ιερόδουλη Μπλάγκα Σλάβχεβα την οποία, αφού συνευρέθηκαν ερωτικά και απομακρύνθηκαν από το ξενοδοχείο ημιδιαμονής, οδήγησε στο άλσος του Τροκαντερό και πυροβόλησε στο κεφάλι. Υποψιαζόταν ότι τον είχε αναγνωρίσει από τις φωτογραφίες του που έπαιζαν ολημερίς στα Μέσα. Δεν μπορούσε κανείς να του εγγυηθεί πως δεν θα τον κατέδιδε.

 Η ενέδρα και το φιάσκο της ΕΛ.ΑΣ

Η Αστυνομία φτάνει στα ίχνη του μερικούς μήνες αργότερα. Ο διαβόητος κακοποιός είχε βρει καταφύγιο σε διαμέρισμα της οδού Ιππάρχου στον Νέο Κόσμο.

Οργανώνεται ολόκληρη επιχείρηση, με τους αστυνομικούς να πραγματοποιούν έφοδο και να συλλαμβάνουν τον 24χρονο συγκάτοικο του Πάσσαρη με τον οποίο –όπως αποδείχτηκε αργότερα- είχαν βρεθεί μαζί στη φυλακή. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι ο επικίνδυνος δραπέτης τον επισκεπτόταν συχνά. Επτά άνδρες της Αντιτρομοκρτικής στήνουν ενέδρα στον Πάσσαρη μέσα στο διαμέρισμα. Τα λάθη, όμως, συνεχίζονται.

Με το που ακούνε το κλειδί στην πόρτα, ένας εξ’ αυτών φωνάζει «Ακίνητος!» πριν καν εκείνος ανοίξει την πόρτα.

Εκείνος, καταφέρνει να τελικά να διαφύγει φεύγοντας… σαν κύριος από το κτήριο, αφού οι άνδρες ασφαλείας που βρίσκονταν απ’ έξω τον πέρασαν για τρομοκρατημένο ένοικο που απλά έτρεξε να σωθεί από τους πυροβολισμούς.

 Οι δολοφονίες του Πάσσαρη συνεχίζονται

Ο Κωνσταντίνος συνεχίζει να εκφράζει τον θυμό του μέσω θανατηφόρων επιθέσεων. Μέχρι να καταφέρει να διαφύγει στη Ρουμανία έχει τραυματίσει με το όπλο του μια νεαρή κοπέλα στην ωμοπλάτη και μία φαρμακοποιό την οποία πυροβόλησε μαζί με μία γιατρό από απόσταση μισού μέτρου.

Όλα αυτά μέσα σε ένα φαρμακείο στην περιοχή της Κυψέλης. Η γιατρός δεν κατάφερε να επιβιώσει.

Οι τελευταίες ζωές που στέρησε ήταν εκείνες που του στοίχισαν την ελευθερία του. Οι δολοφονίες αυτές έλαβαν χώρα τον Νοέμβριο του 2001 στο Βουκουρέστι, κατά τη διάρκεια μιας ληστείας ανταλλακτηρίου συναλλάγματος στο οποίο εισέβαλλε με δύο Ρουμάνους συνεργούς του.Εντέλει συλλαμβάνεται στη χώρα της μητέρας του –η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν 6 ετών- και μεταφέρεται στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της πόλης Κραϊόβα όπου εκτίει ποινή δις ισόβιας κάθειρξης για τη ληστεία μετά διπλού φόνου στο Βουκουρέστι.

Η δίκη του για τα υπόλοιπα αδικήματα έχει εξελιχθεί σε θρίλερ αφού λόγω ασυνεννοησίας των Αρχών των δύο χωρών (ο ίδιος και οι οικογένειες των θυμάτων του επιθυμούν να δικαστεί στην Ελλάδα) πάει από αναβολή σε αναβολή, με την επόμενη ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης να είναι η 17η Απριλίου του 2019.

Αν μια ακόμα αναβολή λάβει χώρα, οι οικογένειες που θρήνησαν και εξακολουθούν να θρηνούν τα θύματά τους ενδέχεται να έρθουν αντιμέτωπες με την… παραγραφή των αδικημάτων του, την ώρα μάλιστα που οι περισσότεροι μάρτυρες έχουν, τόσα χρόνια μετά, φύγει από τη ζωή.

 Από δολοφόνος… αφοσιωμένος στον Θεό

Σήμερα, στα 43 του χρόνια και όντας έγκλειστος στις φυλακές για 17 ολόκληρα χρόνια, ο Κωνσταντίνος Πάσσαρης δηλώνει μετανιωμένος και ζητά συγχώρεση από τις οικογένειες των θυμάτων του. Πλέον, δεν βρίσκεται στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας, αλλά έχει μεταφερθεί στη γενική πτέρυγα των φυλακών.

Έχοντας βρει παρηγοριά στην αγκαλιά του πνευματικού του, Πατέρα Γερβάσιου, δηλώνει αλλαγμένος εσωτερικά και περνάς πολλές ώρες στο εκκλησάκι των φυλακών. Εξομολογείται καθημερινά. Κάτι που υποστηρίζει και ο Αρχιμανδρίτης που δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του.

Ο γέροντας υποστηρίζει πως ο κατάδικος που σκόρπισε τον τρόμο σε Ελλάδα και Ρουμανία επιθυμεί να γίνει Μοναχός στο Άγιον Όρος και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του δίπλα σε ανθρώπους του Θεού.

Σενάριο που δεν μοιάζει εφικτό, καθώς είναι βέβαιο πως δεν θα βγει ποτέ από τη φυλακή…

Μέχρι σήμερα όλοι τον θυμούνται ως το «αγρίμι» που μίσησε θανάσιμα αστυνομία και δημοσιογράφους, δηλώνοντας πως όλοι τους τον αδίκησαν πολύ. Οι μεν λόγω της βίας που του άσκησαν και οι δε λόγω του ότι τον παρουσίασαν σαν «κτήνος», χωρίς να υπολογίσουν για ποιο λόγο έκανε ό,τι έκανε. Τόνιζε δε πως αν τις δικές τους πράξεις είχε κάνει αστυνομικός, το θέμα θα περνούσε «στα ψιλά».

Όσο για τις οικογένειες των θυμάτων; Κανείς δεν πιστεύει σε αυτή του την αλλαγή, χαρακτηρίζοντας την ως «έναν ακόμη δόλο για να δραπετεύσει και να κάνει χειρότερα»…

Πηγή άρθρου: Makeleio.gr